Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηθήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηθήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

Το σώμα έχει μνήμη

Από μικρός μου άρεσε η ιδέα ότι αλλάζω συνεχώς, μεγαλώνω, εξελίσομαι, αλλάζω γνώμη, μορφή, περιβάλλον, αλλά και ανθρώπους του περιβάλλοντος μου. Αυτή η ιδέα μου παρείχε μια πολύ όμορφη αίσθηση ελευθερίας.

Φυσικά αυτή η άισθηση ελευθερίας μέσα της ελόχευε κάτι επικύνδινο, γιατί η αισθηση αυτη αδυνατεί να συνειδητοποιήσει ότι το σώμα παρέμενε το ίδιο όσο και αν μεγάλωνε, οσο και αν γερνούσε και άσπριζε, το σώμα κουβαλούσε το ίδιο βάρος (πάνω-κάτω). Ο οργανισμός ήταν ο ίδιος που είχα πάντα, μπορεί κατα καιρούς να τον ενδυνάμωνα και άλλοτε πάλι να αδυνάτιζε, να αρρωστουσε ή να ηταν απόλυτα υγειης, αλλά πάντα ήταν ο ίδιος οργανισμός, με τα ίδια όργανα, τις ίδιες ευαισθησίες, τις ίδιες.φοβίες, πάθη και ανασφάλειες.

Όλα αυτά αποτελόυσαν ένα κομμάτι του εαυτού μου που δεν μπορούσε να αλλαξει όσο και αν εβρισκα γοητευτική την οποιαδήποτε αλλαγή. Αυτό ήταν ένα κομμάτι που είχε πιο έντονη μνήμη από την νοητική μου μνήμη, γιατί πολύ απλά το σώμα έχει την δική του μνήμη. Τα κύτταρα μας κουβαλούν πολλά που εμείς ίσως να ξεχάσαμε ή δεν δώσαμε την απαραίτητη σημασία, τα κύτταρα μας έχουν και αυτά μνήμη.

"Για τα κύτταρα μου, είμαι ο Θεός. Αλλά κι αυτά αναρωτιούνται αν υπάρχω ή όχι."
Dr Ananda Balayogi Bhavanani



Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018


Κλαίω,
Κάθε μερα κλαίω.
Από την ημερα που επεστρεψα,
κλαίω κάθε μέρα.
Μου εχει στοιχίσει τελικά αυτή η αλλαγή.
Εξωτερικεύω τον πόνο μου,
έτσι μου είπε ο ψυχολόγος μου να λέω.
Εξωτερικέυω τον πόνο μου,
Κάποτε ντρεπόμουνα για αυτή την εξωτερίκευση.
Καποτε ντρεπόμουνα που ήμουν τόσο συναισθηματικός.
Ντρεπόμουνα γιατί είμαι άντρας και «οι άντρες δεν κλαίνε».
Μα εγώ συγκινόμουν από μικρός και έκλαιγα από μικρός,
Ή έστω ήθελα να κλάψω.
Αλλα οι άντρες δεν κλαίνε και εγώ έιμαι άντρας
Έτσι τα δάκρυα μου τά εκανα χολή τα έκανα τσιγάρο.
Έγινα άντρας και δεν έκλαιγα όπως όλοι οι άντρες άλλωστε
Γιατι οι άντρες δεν κλαίνε.
Και εγώ είμαι άντρας.
Άντρας με καρκίνο, άντρας με ψυχολογικά, άντρας με κατάθλιψη
Μα άντρας που δεν κλαίει γιατί οι άντρες δεν κλαίνε.


Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Εκμαυλίζοντας την σεμνοτυφία

                       

Ήταν και οι δυο ξαπλωμένοι ανάσκελα μα ξύπνιοι. Τα κορμιά τους εφάπτονταν. Την άγγιξε απαλά στη μέση και προχώρησε αργά στην κοιλιά της και από εκεί λίγο πιο κάτω, λίγο πριν τα σκέλια. Ήταν ερεθισμένος, το εσώρουχο του, του είχε ήδη γίνει στενό.
Αυτή το κατάλαβε απ’τα χάδια του. Γύρισε στο πλάι, το δεξί της χέρι κινήθηκε προς το πιο ζεστό σημείο του σώματος του.  Τον άγγιξε. Ένοιωσε την ψηλή θερμοκρασία του. Το χέρι της μετά από κάποια χάδια προχώρησε κάτω από το μποξεράκι. Μια βαθιά ανάσα και ένα τέντωμα των ποδιών του  δήλωσε την αίσθηση ερωτισμού που τον κατέκλυσε. Το ένα της χέρι το πέρασε μέσα απ’τα μαλλιά του και με το άλλο του αύξανε την ηδονή. Έσκυψε στο αυτί του και ξεκίνησε να χαϊδεύει τις εσοχές του απαλά με την γλωσσά της. Οι ανάσες του έγιναν όλο και πιο βαριές, όλο και περισσότερο λαχανιασμένες. Καθώς πλησίαζε στο σημείο βρασμού του, την σταμάτησε , δεν ήθελε να λυτρωθεί από τον αδίστακτο πόθο του έρωτα.
Την γύρισε ανάσκελα και άρχισε να την φιλά. Από το στόμα της προχώρησε  στο λαιμό της και κατέληξε κάτω από το αυτί της να ρουφάει το δέρμα της. Τα χείλια του από εκεί κατέβηκαν στα στήθια της. Απομάκρυνε το εσώρουχο της, τα έπιασε στα χέρια του, έφερε το ένα κοντά στο άλλο και τα γεύτηκε. Εστίασε την προσοχή του στο ένα απολαμβάνοντας την ανεπανάληπτη μαλακή επιφάνεια  της γυναικείας θηλής. Με χάδια και φιλιά ξεκίνησε η κάθοδος προς το πιο λατρεμένο σύμβολο του ανδρικού πόθου. Της άνοιξε τα πόδια. Η κλειτορίδα της ανάδυε την μυρωδιά των χυμών του γυναικείου αιδοίου που μπορούν να παράξουν ζωή, τον γοήτευσε όπως ένα λουλούδι γοητεύει την μέλισσα. Η γλωσσά του έφερνε βόλτες πάνω από την κλειτορίδα της. Διέσχισε ολόκληρη την κοιλάδα της φτάνοντας μέχρι το μακρινό φαράγγι και μετά ξανά πίσω στην αρχή της κοιλάδας. Αρχικά απαλά, άρρυθμα, αρχετυπικά μα όσο το γυναικείο όργανο  διαστελλόταν τόσο η γλωσσά έκανε εντονότερες τις κινήσεις της.
Την άκουσε να εκφράζεται με επιφωνήματα ηδονής και ικανοποίησης. Την ίδια όμως στιγμή την ένιωσε να τραβιέται προς τα πίσω. Ήθελε και εκείνη να φουσκώσει από ηδονή, να γεμίσει τις αποθήκες ερωτισμού της και να τις αδειάσει όταν θα ήταν και αυτός έτοιμος να κάνει το ίδιο. Σηκώθηκε, ήθελε να του ανταποδώσει το προκαταρκτικό δωράκι που εισέπραξε, κατέβηκε χαμηλά. Τον έβαλε στο στόμα της και με τη βοήθεια των χεριών της επέβαλε ένα γρήγορο σταθερό ρυθμό.  Ήξερε ποσό του άρεσε.
Αυτός έβαλε τα χεριά του στο κεφάλι της και χάιδευε ανεπιτήδευτα τα μαλλιά της. Είχαν φτάσει και οι δυο σε ένα επίπεδο ευχαρίστησης που σου επιτρέπει να αφεθείς. Την σταμάτησε. Την σήκωσε και την φίλησε υγρά, παθιασμένα, την ξάπλωσε πάλι ανάσκελα. Την πλησίασε, ένιωσε την θαλπωρή του κόλπου της.
Η στιγμή που περίμεναν και οι δυο είχε επιτελούς φτάσει. Είχαν και οι δυο ξεχάσει πως σου κόβει την ανάσα ο ερωτάς όταν προχωράει στην σάρκα. Έκσταση που αναστατώνει κάθε κομμάτι σου. Πράξη που σε λυτρώνει από την συνήθεια της σεμνοτυφίας.
Οι κινήσεις τους τώρα πια υπαγορεύονταν από τη φύση και έφερναν τα κορμιά τους όλο και πιο κοντά.

 7/10/2009

-------------

«Σε αντιδιαστολή με το άλογο, ενστικτώδες ζευγάρωμα των σκουληκιών ή των ρακούν… Ο ερωτισμός είναι από τα λίγα σημαντικά πράγματα που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα.»  Τομ Ρόμπινς


Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Εθνικη Φρουρά

«Έρχεται» φώναξε ο στρατιώτης που βρισκόταν κοντά στην πύλη. Αμέσως όλοι μπήκαμε στην θέση μας ακίνητοι. «Παραταγμένοι και ακίνητοι σαν πυλώνες ενός αρχαίου ναού» όπως συνήθιζε να λέει ο λοχαγός . Πόσες φορές ήθελα να του φωνάξω ότι σαν καλάμια αν έλεγε θα ήταν καλύτερα. Δεκαοχτώ χρονών καλάμια που ακόμα δεν έχουν καλά-καλά σχηματιστεί αλλά η Εθνική Φρουρά τα έχει κλαδέψει και προσπαθεί μ'αυτά να στηρίξει την αμυντική της μηχανή.
Την τελευταία φορά που έκανε παρόμοια ξαφνική επιθεώρηση ο Μέραρχος είχαν λιποθυμήσει δυο στρατιώτες. «Άντε να σπάσουμε το ρεκόρ αυτή την φορά» ψιθύρισε ο Τάκης από την πίσω γραμμή
Kαλοκαιριάτικα! Ενώ έπρεπε να είμαστε όλοι γυμνοί σε μια παραλία, βρισκόμαστε στην άσφαλτο του στρατοπέδου κάτω άπ’τον καυτερό ήλιο σαν ντυμένα καβλιά να ιδρώνουμε, γιατί έτσι σύμφωνα με τον Μέραρχο θα δείξουμε πειθαρχημένο τάγμα και ετοιμοπόλεμο. Γαμώ τους ηλίθιους, γαμώ!
Μόλις φάνηκε ο Μέραρχος στο βάθος του στρατοπέδου, ευθύς ο λοχαγός μας είπε άγρια «αυτός που θα κινηθεί την έβαψε». Οι διαταγές ήταν ξεκάθαρες αυτός που θα κινηθεί θα τιμωρηθεί αυστηρά. Ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση. Ο μέραρχος άρχισε  να κατευθύνεται προς εμάς. «Απλά δεν θα κινηθώ» έλεγα του εαυτού μου «και όλα θα πάνε καλά». O Λοχαγός μας είχε προειδοποιήσει ότι όχι μονό δεν θα κινούμαστε μετά το παράγγελμα της προσοχής αλλά ούτε θα αναπνέουμε. 
Ο μέραρχος έφτασε στα τριάντα μέτρα κοντά στον λόχο μας, «προσοχή» έκραξε ο λοχαγός. Και τότε  όλοι κοκάλωσαν, κανείς μας δεν ανάπνεε πια.
Η δικιά μου ανάσα όμως, παρέμενε ανήσυχη. Ένιωθα να ζαλίζομαι, είχα ήδη γίνει μούσκεμα άπ’τον ιδρώτα. Κάθε πόρος του δέρματος μου μεταμορφώθηκε σε πηγή που ανάβλυζε αλμυρό νερό. Ρυάκια ιδρώτα ξεκινούσαν από το μέτωπο μου και διασχίζανε όλο το πρόσωπο. Ένα όμως λοξοδρόμησε, δεν ακολούθησε την πορεία των άλλων, δεν διέσχισε την μέσα μεριά του φρυδιού και από την κόγχη δεν κατευθύνθηκε προς την μύτη μου, αλλά λίμνασε στην κόγχη του ματιού μου και εισχώρησε στο μάτι. «Το κερασάκι στην τούρτα» σκέφτηκα. Ο ήλιος να μου τρυπάει το κρανίο και να καίει τα σώθηκα μου, ο ιδρώτας  να προκαλεί αναγούλα σε όλα τα μέρη του σώματος μου, το μάτι μου να τηγανίζεται σε ένα ξινό υγρό, και εγώ να μην μπορώ να κάνω τίποτα για να ανακουφιστώ. «Θα αντέξω» έλεγα στον εαυτό μου «Δεν θα κινηθώ για ακόμα λίγα λεπτά. Θα τελειώσει, που θα πάει».
Το μάτι μου ξεκίνησε και αυτό να εκρίνει  υγρό, ο ιδρώτας τώρα γινόταν ένα με τα δάκρυα του ματιού, το βλέμμα μου θόλωσε. Όλος ο κόσμος μου περιστρεφόταν γύρω από το έλος που έκανε  ο ιδρώτας στην κόγχη μου. «Να μπορούσα μόνο για μια στιγμή να λυτρωθώ άπ’αυτο το μαρτύριο, να χώσω το δάχτυλο μου και να καθαρίσω την περιοχή από το ενοχλητικό υγρό».
Ο μέραρχος χάζεψε τον λόχο για λίγο με την συνοδεία του και προχώρησε στον επόμενο. Όλων τα βλέμματα στράφηκαν προς τα εκεί. Κανείς δεν έβλεπε.  «Δεν γαμιεται» σκέφτηκα. Αμέσως κούνησα το χέρι μου και απελευθέρωσα το μάτι μου από το πυρωμένο υγρό. Το ρυάκι ξεκίνησε ξανά να κατρακυλάει. Χαμογέλασα από ανακούφιση, λυτρώθηκα από το βασανιστήριο και δεν κινήθηκα.
Η συνοδεία με τους  στρατηγούς πέρασε από όλους τους λόχους και οδηγήθηκε προς τα γραφεία του στρατοπέδου. Ο λοχαγός χαιρέτησε τον μέραρχο και έμεινε και αυτός ακίνητος να βλέπει τον μέραρχο και την συνοδεία που απομακρύνονταν.
«Ελεύθεροι» μας φώναξε ο λοχαγός μετά από λίγο και όλοι ξεκίνησαν να αναπνέουν πάλι. Πριν προλάβω  όμως να συνειδητοποιήσω ότι ήμουν ελεύθερος να κινηθώ και να ξυστώ όπως γουστάρω, άκουσα τη φωνή του επιλοχία να ηχεί σαρδόνια από πίσω μου.
«Δημητριάδη...  έχεις δύο μέρες κράτηση και αύριο να παρουσιαστείς στην αναφορά του λόχου.»
«Γιατί.»  διαμαρτυρήθηκα.
«Γιατί παράκουσες τις διαταγές των ανωτέρων σου και έβαλες
την πατρίδα σε κίνδυνο.»


"Πατρίδα είναι όπου μπορείς να κάτσεις πάνω στο καθίκι της τουαλέτας χωρίς κανένα ενδοιασμό"




Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Κύπρος, Ιστορία


1964

Μάζεψε τα εργαλεία του και τα φύλαξε, πήρε τον κάδο με τα φρούτα και ξεκίνησε μόνος για το σπίτι. Για χρόνια δούλευε μαζί με τον Χασάν που είχε ένα περιβόλι δίπλα από το δικό του κομμάτι γης και για χρόνια μαζί έφευγαν από τον κάμπο για να επιστρέψουν στα σπίτια τους.. 
Με τις ταραχές όμως που ξέσπασαν μεταξύ των δύο κοινοτήτων, εδώ και λίγο καιρό, ο Χασάν ερχόταν όλο και πιο σπάνια.«Φοβόμαστε όλοι εδώ Γιωρκή,» έλεγε και ξανάλεγε, «θα πάρω τα κορίτσια μου και θα φύγω, φοβάμαι ότι θα τις πειράξουνοι Χριστιανοί».                                              

Τελικά ίσως και να έφυγε χωρίς άλλη προειδοποίηση. Στο χωριό έλεγαν πως τους είδαν στην πόλη μαζί με άλλους Τούρκους.«Ήταν καλή η παρέα του» καθώς έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι ολομόναχος.
Δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί από το περιβόλι του και άκουσε φωνές πάνω στον λόφο που βρισκοταν μπροστά από την γη του.

Προχώρησε προς το μέρος που ερχόταν ο θόρυβος και είδε από μακρυά τρεις άντρες να χτυπάνε ενα σακί, να βρίζουν και να φωνάζουν. Ητανε νεαροί άντρες μεταξύ 20 και 30 χρονών. Ο ένας κρατούσε το σακί και οι άλλοι δύο το κλωτσούσαν. Κρατούσαν και μαγκούρες άμα κουράζονταν χτυπούσαν και μ’αυτές. «Τι χτυπάνε;» διερωτήθηκε ο κυρ Γιώργης  βλέποντας από μακρυά. «Ζωντάνο θα’ ναι γιατι κινείται το σακι» είπε χαμηλόφωνα.
Πλησιάζοντας κι’αλλο πρόσεξε ότι το ζωντανό στο σακί ήταν μεγαλόσωμο. Άκουσε κραυγές και βογγητά που ακολουθούσαν κάθε χτυπήματος. Του φάνηκαν ανθρώπινα. Συγκεντρώθηκε για να ακούσει καλυτερα και τοτε μέσα από τις κραυγές πόνου ξεχώρησε ανθρώπινες λέξεις.  Διέκρινε με τα δυσκολίας τη λέξη «Βοήθεια». Ένα πνιγμένο αιματηρό «βοήθεια» ακουγόταν μέσα από την σακούλα.Επιτάχυνε το βήμα του, και φώναξε,  «Τι κάνετε εκεί ρε γαιδούρια;»

 Οι τρεις άντρες σταμάτησαν απότομα. Γύρισαν και έιδαν τον κυρ Γιώργη να κινείται προς το μέρος τους. Το σακί έπεσε κάτω, και ξεπρόβαλε ένα παιδί που σπαρταρούσε στο πάτωμα με αναφιλητά. Ο μεγαλύτερος από τους τρεις άντρες φώναξε άγρια «Είναι τούρκος χαφιές, μην ανακατεύεσαι.»

Ο γέρος όμως συννέχισε να ανακατεύεται και κατευθύνθηκε κατα πάνω τους, κρατώντας την μαγκούρα του ψηλά έτοιμος να τους χτυπήσει. «Ρε αλήτες  χτυπάτε ένα παιδί και μου λέτε να μην ανακατεύομαι.»
«Γέρο φύγε γιατί θα έχεις και εσύ μπελάδες, όποιος υποστηρίζει τους Τούρκους είναι εχθρός της οργάνωσης», φώναξε ακόμα πιο άγρια ένας απο τους τρεις.
 Ο κυρ Γιώργης όμως έφτασε κοντά τους λαχανιασμένος, κρατώντας την μαγκούρα του περισσότερο σαν λάβαρο παρά σαν όπλο μπήκε ανάμεσα τους. Ο μεγαλύτερος από τους τρεις σήκωσε το ρόπαλο του και του το έφερε στο κεφάλι. Ο γέρος έπεσε λιπόθυμος στο χώμα.                

Ο άντρας που τον χτύπησε του είπε ουρλιάζοντας. «Άμα θέλω μπορώ να σε σκοτώσω εδώ και τώρα. Κολώγερο! Τουρκόσπορε! Κοιτα να μην χώνεις την μύτη σου σε ξένες υποθέσεις.» Γύρισε προς το παιδί, του έδωσε μια κλωτσιά, πήρε το όπλο του και διέταξε τους  άλλους δύο να τον ακολουθήσουν. Οι δύο άντρες τον μιμήθηκαν, κλώτσησαν το σακί πήραν τα όπλα τους και απομακρύνθηκαν.
Ο κυρ Γιώργης δεν σάλεψε, μόνο το παιδί ξεπροβαλε δειλά από το σακί. Κοίταξε γύρω του, δεν είδε κανένα εκτός από τον γέρο.
Βγήκε αργά, βογγώντας, πλησίασε μπουσουλώντας  τον γέρο που προσπάθησε να τον βοηθήσει. Ο κυρ Γιώργης όμως έμεινε ασάλευτος. Πλησίασε  περισσότερο το παιδί και είδε το κεφάλι του Κυρ Γιώργη σε μια λίμνούλα από αίματα. Το παιδί έβαλε το χέρι του στην λιμνούλα, γεύτηκε το αίμα, σηκώθηκε και ακολούθησε το μονοπάτι από όπου έφυγαν οι τρεις άντρες.



1974

Ποιοι είναι οι Τουρκοκύπριοι φώναξε ο τούρκος λοχίας. 
Ο Σουλειμάνις σηκώσε το χέρι περήφανα γιατί ήξερε καλά ότι ήταν ο μόνος Τουρκοκύπριος στον λόχο. 
«Έλα μαζί μου,» τον διέταξε ο λοχίας. Μαζί με τον Σουλειμάνι διέταξε να τον ακολουθήσουν και δύο Τούρκοι στρατιώτες, αρκετά μεγαλόσωμοι, με άγρια χαρακτηριστικά. 
Ο λοχίας τους πήρε όλους στη σκηνή του. Τους έδωσε από ένα μαχαίρι των καταδρομέων και τους είπε ότι θα συμμετείχαν σε μια μυστική αποστολή.

«Θέλω να μην δειλιάσετε και να τα χρησιμοποιήσετε» είπε δίνοντας τους τα μαχαίρια. «Έχουμε πληροφορίες ότι υπάρχουν κατάσκοποι κρυμμένοι σε σπίτια στα γύρω χωριά, η αποστολή μας είναι να μπουμε σε δύο από αυτά,  να βρούμε τους κατασκόπους και να τιμωρήσουμε αυτούς που τους έκρυψαν».
Ο Σουλειμάν ήξερε ότι η τιμωρία στον πόλεμο σήμαινε αιματοκύλισμα. Φοβόταν, αλλά δεν ήθελε να το δείξει. Ο Λοχίας όμως σαν ανθρώπινο λαγωνικό λες και μυρίστηκε τον φόβο του. «Εσύ», έκανε και τον έδειξε, «Εσύ θα πας πρώτος.»
«Εντάξει» απάντησε αμέσως ο Σουλειμάνις με μια ψεύτικη σιγουριά που πρόδιδε την ανησύχία του.

Στο δρόμο δεν μιλούσε κανείς, ο Σουλειμάν φοβόταν για αυτό που έμελε να συμβεί. Ήξερε ότι οι Τουρκοκύπριοι ήταν απαραίτητοι γιατί μιλούσαν και ελληνικά, γι’αυτό και ήλπιζε ότι η αποστολή θα ήταν περισσότερο μια επιχείρηση συνεννόησης παρά θανατηφόρα σύρραξη. Aφού περπάτησαν καμια-μισή ώρα, έφτασαν στο χωριό «των κατασκόπων», ο λοχίας τους έκανε νόημα να μην κάνουν θόρυβο.
Πέρασαν απο κάποια στενα δρομάκια. Το χωριό φαινόταν έρημο.

Ο λοχίας κοντοστάθηκε έξω από μια πόρτα και τους έκανε νόημα ότι με το τρία θα την έσπαγε για να εισβάλουν μέσα. Μέτρησε μέχρι το τρία και απο έκει έγιναν όλα, τόσο τρομακτικά γρήγορα που ακόμα μέχρι σήμερα απορεί αν πράγματι τα έζησε όλα αυτά.  Μπήκαν μέσα, ακολουθώντας τον λοχία. Έσπασαν άλλη μία πόρτα και μετα άλλη μία.. το μόνο φως που υπήρχε ήταν αυτό που έβγαινε από το φακό του λοχία. Όλα ήταν μάυρα, όλα ηταν θολά, εκτός απο τα σημεία που φώτιζε ο φακός. Όλα μουντά και άψυχα μέχρι που ο φακός έδειξε δυο μάτια και μετά άλλα δύο.. Δυο ζευγάρια μάτια τους έβλεπαν κατατρομαγμένα.

Το φως του φακού αποκαλυψε δύο γυναικες η μια στην αγκαλια της άλλης να τρέμουν σύγκορμες. Η μία πρέπει να ήταν κάπου στα είκοσι και η άλλη γύρω στα σαραντα. Ίσως να ήταν μάνα και κόρη.

 Οι δύο τούρκοι στρατιώτες όρμησαν κατα πάνω τους, άρπαξε ο καθένας απο μίαν και άρχισαν να τις χτυπούν. Ο Σουλειμάν σάστισε δεν ήξερε τι να κάνει.. Ο λοχίας του έιπε να κρατήσει την κόρη. Και τότε οι δύο Τουρκοι στρατιώτες άρπαξαν την Μάνα.
Ο λοχίας, πλησίασε την κόρη που πάλευε να ξεφύγει του Σουλειμάν. Την χαστόυκισε άγρια και της έσκισε τα ρούχα.  Φώναξε στον Σουλειμάνι να την πιέσει κι άλλο. Κατέβασε το παντελόνι του. Η κόρη πάγωσε. Έβγαλε το μαχαίρι και της χαίδεψε το πρόσωπο με την αιχμηρή λεπίδα. Το κάρφωσε δίπλα της, της άνοιξε τα πόδια και μπήκε μέσα της. Με άγριες κινήσεις πίσω μπρος την έκανε να σφαγιάζει. Το δωμάτιο γέμισε απο κραυγες πόνου που μπερδεύονταν με κραυγές ηδονής. Αναφιλητά που επισκιάζονταν από βρισιές, σαν μουσική υπόκρουση αρχαίας τραγωδίας.

 Ο Σουλειμάνις κοίταξε τους άλλους δύο στρατιώτες, ήταν και οι δύο γυμνοί γύρω απο την μάνα σχηματίζοντας ένα ανθρωπόμορφο  κουβάρι από χέρια και πόδια. Ο λοχίας τελείωσε, σηκώθηκε και είπε στον Σουλειμάν να συνεχίσει στην θέση του.
Αυτός χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε μεταξύ των ποδιών του κοριτσιού και έκανε μηχανικά την κίνηση που ήξερε πως έπρεπε να κάνει, μπρος-πίσω. Το κορίτσι σχεδόν δεν ανάπνεε και αυτός σχεδόν δεν έβλεπε. Συνέχισε για λίγο ακόμη μπρός-πίσω με δύναμη.
Κοίταξε τον λοχία που ήταν απο πάνω του, ζητώντας οδηγίες για την συνέχεια. Ο λοχίας του έδωσε το μαχαίρι. Αποτέλειωσ’την του έιπε. Ο Σουλειμάνις πήρε το μαχαίρι. Το κορίτσι βλέποντας ξανά το μαχαίρι σαν από νεκρό αναστήθηκε και λες και ξύπνησε από λιθαργο με εφιάλτη αρχισε να σπαράζει. Ο Σουλειμάνις της κάρφωσε το μαχαίρι στο στήθος τρεις φορές απανωτά και τότε μια στριγκλιά βγαλμένη απο την κόλαση του τρύπησε τα αυτιά..

.......................

 Υπήρξατε μπροστά σε κάποιο αποτρόπαιο περιστατικό;» επανέλαβε ο δημοσιογράφος.  «Κύριε Σουλείμάν! Μ’ακούτε!» άκουσε την φωνή του δημοσιογράφου να τον ξυπνάει, λές και έβλεπε ένα κακό όνειρο.»
« Με συγχωρείτε», είπε σαστισμένος, «με συγχωρείτε..αλλά..»                                                                     
«Έχετε να μας περιγράψετε κάποιο έγγκλημα πολέμου;» επέμεινε ο δημοσιογράφος.
Κοίταξε έξω από το παράθυρο με βουρκωμένα μάτια και είπε: «Όχι, δεν έχω κάποια ιστορία να διηγηθώ.  Το μόνο που έχω να πω είναι πως ο πόλεμος παιδί μου είναι πολύ κακό πράμα.. Ο πόλεμος κατεστρέφει τους ανθρώπους. Αυτό έκανε και σ’εμένα.» 

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Παράλογο vs Λογικής



Λογική: Θες κάτι να πιεις;
Παράλογο: Βάλε μου ένα ουίσκι.
Λογική: (Του βάζει και του το δίνει)
Παράλογο: (Το κατεβάζει σαν σφηνάκι.) Είμαι παγιδευμένος μέσα στο σώμα μου. Θέλω να με βοηθήσεις να βγω.
Λογική: Τι θες να κάμω;
Παράλογο: Μίλα μου, κάνε με να μιλήσω!
Λογική: Τι να σου πω;
Παράλογο: Ότι σου κατέβει στο μυαλό. Απλά μίλα μου. Κάνε με να μιλήσω. Έστω και για άσχετα.

(παύση)

Λογική: Σ’αρέσει το μήλο;
Παράλογο: Ναι
Λ: Το τρως με την φλούδα ή το τρως μόνο του;
Π: Με την φλούδα.
Λ: Τι σ’αρέσει στην φλούδα;
Π: Η φλούδα.
Λ: Η φλούδα; (χαμογελάει)
Π: Η φλούδα.
Λ: Η Φλάνδρα;
Π: Φλάνδρα;
Λ: Ξέρεις που είναι η Φλάνδρα;
Π: Τι είναι η Φλάνδρα;
Λ: Είναι μια περιοχή στο Βέλγιο.
Π: Έχεις πάει εκεί;
Λ: Όχι.
Π: Θες να πας;
Λ: Ναι.
Π: Να πας που δηλαδή;
Λ: Σ’αυτή την περιοχή που λέγεται Φλάνδρα
Π: Φάλαγγα!
Λ: (χαμογελάει) Η Φάλαγγα του Φράνγκο.
Π: Ζήτω ο Φράνγκο!
Λ: Γιατί;
Π: Φράγκο, Φράγκος, Φραγκόσυκο.
Λ: Σ’αρέσουν τα Φραγκόσυκα
Π: Πολύ
Λ: Φραγκόσυκα ή Σύκα;
Π: Σύκα
Λ: Η Συκιά ρίχνει τα φύλλα της. Εσύ ρίχνεις τα φύλλα σου;
Π: Νομίζω.
Λ: Το νοιώθεις αμα πέφτουν;
Π: Αμα πέφτει τι;
Λ: Τα φύλλα σου.
Π: Μ’αρέσει αμα πέφτουν τα φύλλα. Μ’αρέσει η πτώση.
Λ: Γιατί;
Π: Γιατί αυτό είναι που μας συμβαίνει συνέχεια, ασταμάτητα πέφτουν τα φύλλα μας, πέφτουν ασταμάτητα, πέφτουμε και εμείς μαζί τους.
Λ: Πέφτουμε και σηκωνόμαστε.
Π: Ποτέ δεν σηκωνόμαστε.
Λ: Πάντα σηκωνόμαστε.
Π: Πάντα πέφτουμε, μόνο πέφτουμε. Συνέχεια πέφτουμε, γερνάμε, ασπρίζουμε, πεθαίνουμε.
Λ: Θάνατος. Τι έιναι ο Θάνατος;
Π: (Χαμογελάει, Γελάει ευγενικά, πιο έντονα, γελάει παρανοϊκά)
Λ: Χαιρέκακος;
Π: Ο Χίτλερ.
Λ: Χίμαιρα.  Η χίμαιρα του Χίτλερ
Π: Η Χίμαιρα της ζωής.
Λ: Όπιο.
Π: Όπιο είσαι εσύ.
Λ: Είμαι;
Π: Είσαι.
Λ: Αυτό είναι κομπλιμέντο.
Π: Κίνα.
Λ: Ναι το όπιο είναι στην Κίνα.
Π: Το Σινικό τείχος είναι στην Κίνα.
Λ: Εσύ που είσαι;
Π: Εδώ.
Λ: Η Ψυχή σου που είναι;
Π: Στον παράδεισο.
Λ: Πιστέυεις στον παράδεισο;
Π: Βάλε μου ποτο, (του βάζει και του το δίνει) Πιστέυω στην Κόλαση.
Λ: Γιατί;
Π: Τώρα, εδώ, αυτό που ζούμε είναι η κόλαση. Βάλε μου και άλλο ποτο (του βάζει, το πίνει)

(μικρή παυση)

Λ: Όταν ήμουν μικρή πιστευα ότι η λέξη κόλαση βγαίνει από τη λέξη κόλος... Τότε πίστευα ότι και τα δύο ήταν φαύλα, κακά, ανεπιθύμητα.
Π: Η κόλαση βγάινει απ’τον κόλο; (χαμογελάει)
Λ: Κόλος ή Κουλός; Ποια λέξη προτιμάς;
Π: Κουλός
Λ: Εσύ είσαι κουλός;
Π: Μερικές φορές νομίζω ότι είμαι κουλός.
Λ: Γιατί;
Π: Οι γονείς μου με έκαναν κουλό.
Λ: Μια χαρά σε βλέπω εγώ.
Π: Με έκαναν κουλό εδώ (δείχνει το στόμα του).
Λ: Όλους οι γονείς μας, μας έχουν κάνει κουλούς.
Π: Ζήτω οι κουλοί!
Π-Λ: Ζήτω!


Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

“The History of Sexuality”

(The short story "The History of Sexuality" was one of the 14 best short stories of the competition Sea of Words (IEMed) http://www.iemed.org/dossiers-en/dossiers-iemed/cultures-mediterranies/sea-of-words-2012/winners )



He took a deep breath and started to read:
“.. The ancient Greeks believed that desire itself addressed anything that was desirable, be it a boy or girl…” *
He raised his head, looked at him and added, “We all adore beauty, Papa… It makes sense doesn’t it? We like something when it satisfies our senses.”
 He cleared his throat and continued overbearingly:
“…We should consider how and in what form the pleasure enjoyed between men was problematic… In short, given that it was a widespread practice and the laws in no way condemned it and its attraction was commonly recognized, why was it the object of a special and especially intense moral preoccupation? So much so that it was invested with values, imperatives, demands…”*
“Hello Giorgos,” interrupted his sister Anna, entering the room. “What are you reading to Papa?”
“Hi Papa,” Anna said addressing her father and taking his hand, but Papa didn’t move as he was comatose. It had been a week since Giorgos had returned from his studies with Oliver, a fellow student, but father had suffered a sudden stroke after his son’s homecoming and had been clinically dead at the general hospital for three days now.
“You didn’t tell me what you’re reading to Papa,” Anna repeated, not having had an answer to her question.
The History of Sexuality by Foucault,” Giorgos replied a bit timidly.
“The one that analyses homosexuality?” Anna queried in surprise.
“Yes.”
“Are you kidding? You’re reading Foucault to Papa?”
“Yes, sure, why not? The Doctor said to talk to him. It’s good for him,” Giorgos protested.
“The Doctor said to talk to him, not to bombard him with ideas which he can’t accept. You’re spending all this time with Papa to give him sex education?”
“I’m telling him what he should already know.”
Their father, Mr. Yannis, belonged to a generation of Cypriots which, after the Turkish invasion of 1974, had made their fortune through hard work in construction. He had built a successful business taking on important projects. A heavyset old fashioned man, he often said mockingly: “We’re full up with the mentally disturbed who fuck little boys,” of course referring to the increase in numbers of gay people in current Cypriot society.
Giorgos and Anna were Mr. Yannis’s only children, beloved by their father, but especially Giorgos, Mr. Yannis’s only son.
“You’re telling him that you’re gay, now that he can’t hear you?” Anna solicited belligerently.
“The Doctor said that he can hear and understand everything.”
“Yes, but he can’t react.”

“Exactly! That why it’s an opportunity for him to understand and digest the fact that I’m queer. A poufter!” Giorgos repeated, spitefully lowering his face to his father’s ear to be sure that he would hear.
“Come on, stop that!” Anna implored, slapping him lightly on the shoulder. “Think what you are saying to Father!”
“It’s the truth! There are some things which must be said.”

Giorgos had felt a need to explore his sexual identity since he was fifteen. For him, things were not as obvious as his father had said; “a woman, a family, a home” was somehow not the ultimate purpose in life. For him it was something more than a matter of one plus one equals two. At twenty years of age, after having served in the army as required by the Republic of Cyprus, he had left to study law in London. There in that great Western metropolis, he discovered his real self. London had taught him the most important lesson of his life, that being different is an asset, not some defect or disadvantage as believed in the provincial city where he grew up. In London, he had understood that we are all equal, all different and that every person is unique. Giorgos had thereby discovered in this diverse city of millions, where no one judged someone else by their appearance or behaviour, that each person has their own truth and not some truth imposed by society. He was “liberated” in London, he often said. The only problem was that his family was not liberated at all with anything that did not fit in with the morals and beliefs of their small city, especially his father who thought of homosexuality as a disease of the mind.
“And now is the time to tell him, when he’s in a coma,” Anna reprimanded again.
“How could I tell him? You know how he thinks!”
“And you have to tell him now that he’s a vegetable.”
“You know what I think? I think that I’m the reason that Papa is in this state.”
“What do you mean?” Anna asked anxiously.
“The day he had his stroke was the last day that Oliver was in Cyprus.”
“I don’t believe that,” Anna intervened again. “Did he see you? Didn’t we agree that you wouldn’t do anything in Cyprus?”
Anna was the only person who knew the whole truth about her brother Giorgos. No one else knew that Giorgos was a homosexual, nor did anyone know that Oliver, who was a guest in their home during the days before the stroke, was not simply Giorgos’s fellow student, but his lover and roommate during the past two years in London.
“We didn’t do anything except for once, when I think Papa saw us,” Giorgos continued. “It was the last night before Oliver left and as we got ready to leave for the bar, Oliver and I kissed in the car. After a quarter of an hour, Mama called and said that Father had had a stroke. We found Papa at the living room window which looks out onto the street; it’s the only place in the house where one can see the cars in the street.”
Anna didn’t answer, remaining pensive, sadly looking at Father and added after a few moments of silence: “They’re right to say that the body reacts in the way it does to prevent us from going crazy. Perhaps poor Father preferred to die rather than to learn such a thing about his only son.”
“Yes, but he’s not dead, he’s in a coma,” Giorgos added emphatically, “everything happens for a reason! Didn’t you tell me that? Whatever happens to us happens for a reason. I’m convinced that this happened for him to be able to adjust to the idea that his son is gay.”
“So that’s why you’ve been lecturing him on sexuality for the past two days?”
“Yes, because if I hide this and cause such problems for myself and those around me… isn’t it better to tell the truth?”
“Anyway, we’ll talk later; Mama is coming now!” Anna interrupted.
“I’ll tell her also,” Giorgos said.
At that moment, their mother entered the room holding a plastic bag of biscuits from the pastry shop.
“What will you tell me also, Giorgos?” she asked, startling both of them.
Giorgos and Anna froze and no one answered. Their mother Mrs. Loukia, a veteran housewife whose greatest pleasures were TV soap operas and reality show endings had an imploring stare which left one no choice but to confess the entire truth.
“I’m gay Mother,” Giorgos said abruptly.
“You’re what?” she asked while trying to put the biscuits on the bedside table next to Papa.
“Gay.”
“Indeed,” she said indifferently, continuing her effort to place the biscuits on the side table.
“Mama,” Anna intervened, “did you hear what Giorgos just told you?”
Mother turned and looked, undisturbed, without having understood what was happening.
“Mother, I’m gay,” Giorgos repeated. “Oliver, who was staying at our house, is my boyfriend.”
Mrs. Loukia stopped and looked at them dumbly, as if she couldn’t grasp or understand the concept.
“He’s a homosexual, Mother, you know, a gay-boy,” Anna added categorically.
Then, as if someone had thrown a bucket of water in her face, she said vehemently, “What? Shush, don’t let your father hear you! Quiet. Whatever you want to say to me, you can tell me at home.”

*Excerpts from The History of Sexuality by Michel Foucault, “The Use of Pleasure”, Rappas Publications (Greek version)

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

«Ιστορία Σεξουαλικότητας»

(Το διήγημα «Ιστορία Σεξουαλικότητας» έχει διακριθεί στο ευρωπαϊκό διαγωνισμό διηγήματος “Sea of Words” του IEMed (European Institute of Mediterranean) και θα συμπεριληφθεί στην 5η έκδοση του διαγωνισμού με τα 14 βραβευθέντα διηγήματα.)


Ανέπνευσε βαθιά και ξεκίνησε να διαβάζει:
«.. Οι αρχαίοι Έλληνες φρονούσαν ότι η ίδια η επιθυμία απευθύνεται σε καθετί που είναι επιθυμητό, είτε αυτό είναι αγόρι είτε κορίτσι...»
 Σήκωσε το κεφάλι του, τον κοίταξε και πρόσθεσε, «Είμαστε όλοι λάτρεις του ωραίου μπαμπά.. Δεν σου φαίνεται πολύ λογικό; Μας αρέσει αυτό που ικανοποιεί τις αισθήσεις μας.» Καθάρησε λίγο το λαιμό του και συνέχισε με στόμφο αυτή την φορά:
«...Θα πρέπει μάλλον να αναρωτηθούμε με ποιο τρόπο και με ποια μορφή η απόλαυση μεταξύ αντρών μπόρεσε να αποτελέσει πρόβλημα˙γιατί με λίγα λόγια ενώ επρόκειτο για μια πρακτική πολύ διαδεδομένη, έγινε εντούτοις αντικείμενο μιας ηθικής έγνοιας ιδιαίτερης και ιδιαίτερα έντονης σε βαθμό τέτοιο που να βρεθεί επενδυμένη με αξίες, επιτακτικές εντολές και...»

«Γεια σου, Γιώργο» τον διέκοψε η Άννα, η αδερφή του, που μόλις μπήκε μέσα στον θάλαμο. «Τι διαβάζεις στον μπαμπά;» «Γεια σου μπάμπα» απευθύνθηκε αυτή την φορά στον μπαμπά της η Άννα και του έπιασε το χέρι. Ο μπαμπάς όμως δεν σάλεψε. Ήταν τώρα μια βδομάδα που επέστρεψε ο Γιώργος από τις σπουδές του, μαζί με τον Όλιβερ, ένα συμφοιτητή του, αλλά ο μπαμπάς μετά την επιστροφή του γιου του έπαθε ξαφνικά εγκεφαλικό επεισόδιο και βρισκόταν στο γενικό νοσοκομείο εδώ και τρεις μέρες σε κατάσταση κώμα. 
«Δεν μου είπες τι διαβάζεις στον μπαμπά;» επανέλαβε η Άννα αφού δεν πηρε απάντηση. 
 «Την "Ιστορία της Σεξουαλικότητας" του Φουκώ» είπε ο Γιώργος κάπως συνεσταλμένα.. «Μ’αυτό που αναλύει την ομοφυλοφιλία;» ρώτησε η Άννα ξαφνιασμένη.
 «Ναι»
 «Είσαι με τα καλά σου; Διαβάζεις στον μπαμπά, Φουκώ;» 
«Ναι, γιατί όχι; Ο γιατρός άλλωστε είπε να του μιλάμε γιατί του κάνει καλό», διαμαρτυρήθηκε ο Γιώργος. 
«Ο γιατρός είπε να του μιλάμε, όχι να τον βομβαρδίζουμε με ιδέες που δεν μπορεί να αποδεκτεί. Γι’αυτό περνάς τόσες ώρες με τον μπαμπά; Του κάνεις σεξουαλική διαπαιδαγώγηση;»
 «Του λέω αυτά που έπρεπε να ξέρει ήδη».

 Ο μπαμπάς τους ο Κυρ Γιάννης ανήκε στην γενιά των Κυπρίων που μετά την Τουρκική εισβολή του 1974, έκανε λεφτά αφού δούλεψε σκληρά στις οικοδομές, δημιούργησε ένα επιτυχήμενο εργοτάξιο και ανέλαβε μεγάλες δουλειές. Άντρας βαρύς της παλιάς γενιάς, και όπως συνήθιζε να λέει κοροϊδευτικά: «γεμίσαμε από άρρωστους που πηδάνε αγοράκια». Ο Γιώργος και η Άννα ήταν τα μόνα παιδιά του Κυρ Γιάννη, αγαπημένοι και οι δύο του μπαμπά τους, μα ειδικότερα ο Γιώργος, ο μονάκριβος γιος του Κυρ Γιάννη που θα κρατούσε το όνομα και την επιτυχημένη επιχείρηση της οικογένειας. 
«Του λες δηλαδή ότι είσαι γκέι, τώρα που δεν μπορεί να σε ακούσει;» του επιτέθηκε η Άννα. 
«Ο Γιατρός μου είπε ότι μπορεί να ακούσει και να επεξεργαστεί τα πάντα». 
 «Ναι αλλά δεν μπορεί να αντιδράσει». 
«Ακριβώς! Γι’αυτό είναι ευκαιρία να ακούσει ότι είμαι πούστης και να το χωνέψει. Πούστης!» επανέλαβε ο Γιώργος χαιρέκακα σκύβοντας στο αυτί του μπαμπά του, για να είναι σίγουρος ότι το άκουσε.» 
«Έλα σταμάτα!» του είπε η Άννα και τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο. «Τι λες στον μπαμπά;» 

 Ο Γιώργος από τα δεκαπέντε του χρόνια είχε νοιώσει ότι η σεξουαλική του ταυτότητα τον καλούσε να την εξερευνήσει. Γι’αυτόν δεν ήταν όλα τόσο προφανή όπως έλεγε ο μπαμπάς του, δεν ήταν όλο το νόημα της ζωής του, «μια γυνάικα, μια οικογένεια, ένα σπίτι». Γι’αυτόν δεν ήταν ένα και ένα ίσον δύο, αλλά κάτι περισσότερο από αυτό. Στα είκοσι του χρόνια αφού έκανε και την στρατιωτική του θητεία που τον υποχρέωνε η Κυπριακή Δημοκρατία να κάνει, έφυγε από την Κύπρο για να σπουδάσει νομική στο Λονδίνο. Εκεί σ’αυτη την μεγάλη μητρόπολη της Δύσης ανακάλυψε και τον πραγματικό του εαυτό. Το Λονδίνο, τον δίδαξε το πιο σπουδαίο μάθημα της ζωής του, ότι η διαφορετικότητα είναι πλούτος και όχι καποιο κουσούρι ή κάποιο μειονέκτημα, όπως πίστευαν στην επαρχιακή πόλη όπου μεγάλωσε. Στο Λονδίνο κατάλαβε ότι είμαστε όλοι ίσοι μα και όλοι διαφορετικοί και ο καθένας από εμάς μοναδικός. Έτσι λοιπόν ο Γιώργος μέσα σε μια πόλη εκατομυρίων ανθρώπων, διαφορετικών μεταξύ τους, που κανένας δεν έκρινε κανένα για την εμφάνιση και την συμπεριφορά του, αντιλήφθηκε πως ο καθένας έχει την δικιά του αλήθεια και όχι την αλήθεια της κοινότητας του. Στο Λονδίνο, «απελευθερώθηκε» όπως συνήθιζε να λέει. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι η οικογένεια του δεν ήταν καθόλου απελευθερωμένη με οτιδήποτε δεν άρμοζε στα ήθη και τα πιστεύω της μικρής τους πόλης, και ειδικότερα ο πατέρας του που θεωρούσε την ομοφυλοφιλία αρρώστια του εγκεφάλου.

 «Και τώρα βρήκες να του το πεις που βρίσκεται σε κώμα.» τον επέπληξε πάλι η Άννα.
«Είμαι σίγουρος ότι θα το ξεπεράσει, είμαι σίγουρος ότι θα ξυπνήσει σύντομα...Ο λόγος που βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση δεν είναι σοβαρός. “Έτσι δεν είναι μπαμπά;”» πρόσθεσε ο Γιώργος.
 «Γιατί το λες αυτό;» 
«Ξέρεις τι, νομίζω; Ότι εγώ είμαι η αιτία που ο μπαμπάς είναι σε αυτή την κατάστασή» 
 «Τι εννοείς;»
 «Την μέρα που έπαθε εγκεφαλικό ήταν η τελευταία μέρα του Όλιβερ στην Κύπρο».
 «Δεν το πιστέυω,» επενέβη ξανά η Άννα «σας είδε; Δεν συμφωνήσαμε ότι δεν θα κάνετε τίποτα στην Κύπρο.» Η Άννα ήταν η μόνη που ήξερε όλη την αλήθεια για τον αδερφό της, το Γιώργο. Κανένας άλλος δεν γνώριζε ότι ο Γιώργος ήταν ομοφυλόφιλος και κανένας δεν γνώριζε ότι ο Όλιβερ που φιλοξένησαν τις προηγούμενες μέρες σπίτι τους δεν ήταν απλά ένας συμφοιτητής του Γιώργου αλλά ο σύντροφος του και ο συγκάτοικος του τα τελευτάια δύο χρόνια στο Λονδίνο.  

«Δεν κάναμε τίποτα εκτός από μια φορά που νομίζω μας είδε και ο μπαμπάς.» συννέχισε ο Γιώργος. «Ηταν η τελευταία νύχτα πριν φύγει ο Όλιβερ και καθώς ετοιμαζόμασταν να φύγουμε για το μπαρ, μέσα στο αυτοκίνητο εγώ και Όλιβερ φιλιθήκαμε. Μετά από ένα τέταρτο με πήρε τηλέφωνο η μαμά, ότι ο μπαμπάς έπαθε εγκεφαλικό. Έκει που βρήκαμε τον μπαμπά, σωριασμένο δίπλα από τη μεταξωτή κουρτίνα, στο παράθυρο του σαλονιού που βλέπει στον δρόμο, εκεί είναι το μόνο σημείο που μπορει να δεί κανείς τα αυτοκίνητα στον δρόμο από το σπίτι.» 
 Η Άννα δεν απάντησε.. έμεινε σκεφτική να βλεπει τον μπαμπά με ένα λυπημένο ύφος και προσθεσε μετα απο λίγα δευτερόλεπτα σιωπής: «καλά λένε ότι το σώμα μας αντιδρά όπως αντιδρά για να μην τρελαθούμε. Ο καημένος ο μπαμπάς ίσως να προτιμούσε να πέθαινε παρα να μάθει τέτοιο πράμα για τον κανακάρι του».
 «Ναι, αλλά δεν είναι νεκρός βρίσκεται σε κώμα», πρόσθεσε έντονα ο Γιώργος, «όλα γίνονται για κάποιο λόγο! Εσύ δεν μου το έλεγες αυτό; Ότι μας συμβαίνει, συμβαίνει για κάποιο λόγο. Είμαι πεπεισμένος πως αυτό συνέβηκε για να προσαρμοστεί με την ιδέα ότι ο γιος του είναι γκέι.» 
«Γι’αυτό του κάνεις διαλέξεις για την σεξουαλικότητα εδώ και δύο μέρες;» 
«Ναι, γιατί άμα είναι να κρύβομαι και να προκαλώ τόση αναταραχή σε εμένα και στους γύρω μου, καλύτερα να πω την αλήθεια».
 «Τέλοσπαντων, τα λέμε μετά αυτά, έρχεται η μαμά τώρα!» τον διέκοψε η Άννα.
 «Θα της το πω και αυτής» είπε ο Γιώργος. Εκείνη τη στιγμή μπήκε και η μάνα τους, κρατώντας μία πλαστική σακούλα με μπισκοτάκια απο το ζαχαροπλαστείο. 
«Τι θα πεις και σε εμένα Γιώργο» είπε και τους ξάφνιασε και τους δύο. Ο Γιώργος και η Άννα πάγωσαν, δεν απάντησε κανείς. Η μαμά τους η κυρά Λουκία μια βετεράνος νοικοκυρά που η μεγαλύτερη της απόλαυση ήταν οι σαπουνόπερες στην τηλεόραση και τα φινάλε των ριάλιτι, είχε ένα παρακλητικό βλέμα που δεν σου άφηνε επιλογή από το να ομολογήσεις όλη την αλήθεια.
 «Μαμα είμαι γκέι» είπε απότομα ο Γιώργος. 
«Τι είσαι;» ρώτησε την ώρα που προσπαθούσε να τοποθετήσει τα μπισκοτάκια στο κομοδήνο δίπλα από το κρεβάτι του μπαμπά. 
 «Γκέι» 
«Μάλιστα» είπε αδιάφορα και συννέχισε την προσπάθεια της να βάλει τα μπισκοτάκια κάπου στο κομοδήνο. 
«Μαμά» επεναίβηκε η Άννα, «άκουσες τι σου είπε μόλις τώρα ο Γιωργος;» Η Μαμα γύρισε και την είδε ατάραχη χωρίς να καταλαβαίνει τι συνέβαινε.
 «Μαμα είμαι γκέι», επανέλαβε ο Γιώργος. «Ο Όλιβερ που έμενε σπίτι μας είναι ο γκόμενος μου.» Η κυρα Λουκία έμεινε και τους έβλεπε αποσβολωμένη, λες και δεν μπορούσε να συλλάβει και να επεξεργαστεί την συγκεκριμένη πληροφορία. «Ειναι ομοφυλόφιλος μαμά, πως το λέτε, πούστης», πρόσθεσε η Άννα έντονα. 
Και τότε η Κυρά Λουκία λές και της πέταξαν στο πρόσωπο ένα κουβά νερό, είπε έντονα «Τι πράμα; Σσσιωπή μην σας ακούσει ο μπαμπάς σας! Σιωπή. Ότι έχετε να μου πείτε, να μου το πείτε μετά στο σπίτι. Όχι τώρα,όχι εδώ, όχι μπροστά στον μπαμπά σας.»


 

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Διόνυσος Vs Χριστός

Όταν συνάντησε ο Χριστός τον Διόνυσο στον Ουρανό του κόσμου.
Τον κοίταξε με το πράο του βλέμα, χωρίς να ξαφνιάζεται καθόλου από την πομπώδη και πολύχρωμη εμφάνιση του.
«Διονυσε, να σε ρωτήσω κάτι;» του είπε όταν αυτός πέρασε από δίπλα του.
«Τι έγινε Ναζωραίε, λιμπίστηκες καμιά νύμφη;» ρώτησε ο Διόνυσος παιχνιδιάρικα.

«Όχι όχι θέλω να σε ρωτήσω μήπως γνωρίζεις γιατί γουστάρουν τόσο πολύ τις μάσκες οι θνητοί;»

«Αντε πάλι τα ιδια.. τι ζόρι τραβάς με τα καρναβάλια;»

«Τίποτα..Απλά σκέφτομαι ότι οι θνητοί φοβούνται να διασκεδάσουν και να γλεντήσουν, γι' αυτό τον λόγο κρύβονται πίσω από μια μάσκα;

O Διόνυσος γέλασε και είπε με την σιγουριά που χαρακτηρίζει κάθε μεθυσμένο. «Αφού τα έχουμε ξαναπεί αυτά... Για εκαντοτάδες χρόνια οι ευαγγελιστές σου τους φλόμωσαν με ρητορείες και ύμνους για την ψυχή με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι να φοβούνται να απολαυσουν το σώμα τους.»
«Μα ποτέ δεν είπα να μην απολαύσουν το σώμα τους... Ήθελα να σταματήσουν να περιφρονούν την ψυχή τους.»
«Τι να σου πω, φαίνεται επέμενες περισσότερο από ότι έπρεπε. Άστους να Διονυσιαστούν και μην χολοσκας!» είπε χαμογελώντας.
«Αυτό κάνω, δεν με ενοχλεί αλλά δεν θέλω να νομίζουν ότι πρέπει να ντρέπονται γι’αυτο και να φοράνε μάσκες..»
«Τι έγινε ρε Χριστέ, πολύ σκέψη έπεσε... Πιες λίγο κρασάκι και θα σου περάσει»
«Δεν καταλαβαίνεις ότι με ενδιαφέρει να αλλάξει αυτό. Οι άνθρωποι είναι σημαντικό να μην κρύβουν το πρόσωπο τους για να διασκεδάζουν.»

Ρε μα πολύ σοβαρά παίρνεις τον εαυτό σου... Τι νόμισες οι μάσκες ξεκίνησαν με το που γεννήθηκες. Ο άνθρωπος φοράει μάσκες χιλιάδες χρόνια πριν εσύ ακόμα γεννηθείς! Η μάσκα δεν την χρησιμοποιεί γιατί νιώθει αιδώ γι’αυτα που κάνει.. Την μάσκα την χρησιμοποιεί γιατί έτσι μπορεί να γίνει κάποιος άλλος, κάποιος που δεν μπορεί να γίνει στην πραγματική του ζωή. Στο καρναβάλι ο φαλακρός βάζει μαλλιά, ο κοντός περπατάει σε ξυλοπόδαρα, ο άντρας ντύνεται γυναίκα και η γυναίκα άντρας. Η μάσκα είναι το αλχημικό συστατικό που τον μεταμορφώνει σε κάτι που δεν θα μπορούσε πότε να ήταν εκτός από τις μέρες των καρναβαλιών. Γι’αυτο σου λέω μην ανησυχείς και δεν έχει να κάνει με εσένα και με τις χριστιανικές τύψεις αυτό το έθιμο. Να, βάλε και εσύ μια μάσκα και ελα να πάμε να γλεντισουμε» είπε ο Διόνυσος και του έδωσε μια μάσκα ενός σάτυρου.
Ο χριστός δεν απάντησε σ' αυτή την μίνι διάλεξη του Διόνυσου, πήρε την μάσκα την φόρεσε και μπήκε στον θίασο.



Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Κωσταντινούπολη, αλλιώς Istanbul.


  « Όπως και να το κάνουμε είναι ο προαιώνιος μας εχθρός,» έλεγε και ξανάλεγε σε όλη την πτήση ο φίλος που ταξιδεύαμε μαζί. «Εισέβαλαν στην Kύπρο πριν καμια 30αρια χρόνια και δεν φτάνει μόνο αυτό, αλλά δεν αναγνώριζουν κιόλας την Κυπριακή Δημοκρατία. «Ελπίζω», πρόσθετε «να μην έχεις κανένα σοβαρό προβλημα, εσύ, με το διαβατηριο σου που ειναι Κυπριακό».
Αυτές οι σκέψεις γυρόφερναν στο μυαλό μας, όταν φτάσαμε στον έλεγχο του αεροδρομίου της Κωσταντινούπολης και δώσαμε τα διαβατήρια μας. Αλλά προς μεγάλη μας έκπληξη, ο Τούρκος αστυνομικός που τα έλεξε, μας χαμογέλασε εγκάρδια και μας είπε με ένα πρόσχαρο ύφος: «Καλωσορίσατε! Εύχομαι να έχετε μια όμορφη διαμονή!» Ξαφνιαστήκαμε! «Αυτό ήταν;» είπαμε γελώντας. Μας σφράγισε τα διαβατήρια και μας είπε περάστε. Έτσι εύκολα αυτοί οι Τούρκοι αφήνουν να περάσει ο εχθρός; Περάσαμε στο «αντίπαλο στρατόπεδο» έτσι απλά;
Το αξιοπερίεργο ήταν πως στην φίλη μας από τον Καναδά, της έκαναν πραγματικό έλεγχο. Την έβαλα να πληρώσει μια εγγύηση 60 ευρώ (κάτι σαν ασφάλεια για τους τουρίστες) και της έκαναν διάφορες ερωτήσεις όλο καχυποψία όπως: «τι σε φέρνει εδώ και γιατί επελεξες την Τουρκία για τις διακοπές σου». Εμείς πάλι, «οι εχθροί», περάσαμε από τον έλεγχο του αεροδρομίου και κανείς δεν είχε να μας πει οτιδήποτε; Δεν τους ένοιαζε πράγματι; Ή μας περίμεναν οι γκρίζοι λύκοι έξω από το αεροδρόμιο να μας λιντσάρουν;



Πλατεία Ταξίμ.

Η Κωσταντινούπολη όπως μου έλεγε ένας φίλος Τούρκος από το πανεπιστήμιο δεν είναι Τουρκία, η Κωσταντινούπολη είναι κάτι διαφορετικό. Πρώτα από όλα σε αντίθεση με την υπόλοιπη Τουρκία, είναι πολυπολιτισμική. Κάπου στα 15 εκατομύρια βρίσκονται σε αυτή την πόλη και πραγματικά όταν βρίσκεσαι εκεί νοιώθεις ότι είναι ένας χώρος όπου συμβαίνουν πράγματα που μόνο σε μεγαλουπόλεις μπορείς να συναντήσεις. Η πόλη είναι κτισμένη κυριολεκτικά σε δύο ηπείρους, στην Ευρώπη και στην Ασία, διατηρώντας το ευρωπαϊκό της τμήμα, που θεωρείται πιο μοντέρνο και το οποίο έχει όλα τα τουριστικά αξιοθέατα και το ασιατικό κομμάτι που είναι οι κακόφημες συνοικίες και οι φτωχογειτονιές.
Η Κωσταντινούπολη μ’αυτό τον πληθωρικό χαρακτήρα Ανατολής και Δυσης, Ευρώπης και Ασίας, Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου, σου δίνει την αίσθηση ότι είναι μια απ’τις σύγχρονες μητροπόλεις. Αυτή την αίσθηση μπορείς να την βιώσεις απλά και μόνο όταν περπατήσεις τον πεζόδρομο της πλατείας Ταξίμ, το πιο κεντρικό σημείο της πόλης που κυριολεκτικά σφιζει από κόσμο, και χρειάζεται χωρίς υπερβολή να κάνεις μανούβρες για να τον διασχίσεις. Στον πεζόδρομο της Ταξίμ μπορείς να νοιώσεις την Ανατολή με τις γεύσεις και τις μυρωδιές της. Εστιατόρια, μπαράκια και καφέ είναι όλα εκει έτοιμα να σε σερβίρουν από γεύματα με πολίτικη κουζίνα και μπαγκλαβά και κατεϊφι μέχρι τούρκικο τσάι και τούρκικο καφε, (ή καλύτερα να πω ελληνικό καφέ ή κυπριακό).



Η Αγιά Σοφιά

Μόνο αφού μπεις μέσα στην Αγιά Σοφιά και δεις πόσο επιβλητικό κτίσμα περίτεχνης αρχιτεκτονικής είναι, μπορείς να αντιληφθείς την μοναδικότητα της. Τελικά αυτή η εκκλησία, που από το Δημοτικό μας κάνουν αναφορές είναι πράγματικα μεγαλειώδης. Kτίστηκε τον 6ο αιωνα μ.Χ. από τον Ιουστινιανό και στην πορεία της Ιστορίας της μετατράπηκε σε καθολική εκκλησία, μουσουλμανικό τέμενος και σήμερα λειτουργεί σαν μουσείο.
Στην είσοδο της εκκλησίας άκουσα, ένα από τους έλληνες επισκέπτες που ήταν μαζί μου να διαμαρτύρεται σχεδόν φωναχτά. «Την έχουν κάνει τζαμί και τώρα μουσείο! Και σαν να μην εφτάνε αυτό, μας βάζουν να πληρώσουμε για να την δούμε.» Ο ξεναγός, τον πλησίασε και του είπε χαμηλόφωνα, «είναι ένα μουσείο παγκόσμιας κληρονομιάς που κτίστηκε αρχικά ως ορθόδοξη εκκλησία χιλιάδες χρόνια πριν και τώρα πια δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί σαν ένα κληροδότημα ολόκληρης της ανθρωπότητας.»
Ο επισκέπτης ξαφνιάστηκε που ένας Έλληνα και δη ξεναγός συμφωνούσε με την κατάληξη που είχε η Αγιά Σοφιά, και επέμεινε: «Είναι αλήθεια ότι τώρα πια, είναι παγκόσμιας κληρονομιάς αλλά ήταν ανάγκη να την κάνουν και τζαμί;»
«Τα κτίρια και οι χώροι» συνέχισε ο ξεναγός «ακολουθούν την ιστορία των αφεντάδων τους, έγινε τζαμί γιατί αλλάξαν οι αφέντες του, και αν θεωρείς ότι έτσι δεν την σεβάστηκαν με το να την μετατρέψουν σε τζαμί, μήπως εμείς δεν κάναμε το ίδιο στον Παρθενώνα. Δεν τον μετατρέψαμε από αρχαιοελληνικό ναό, σε ορθόδοξη εκκλησία ώσπου να γίνει σήμερα μουσείο-αξιοθεάτο». Αυτή η παρατήρηση του ξεναγού προκάλεσε αντιδράσεις. Ένας από δίπλα μου διαμαρτυρήθηκε ότι η περίπτωση του Παρθενώνα είναι τελείως διαφορετική. Ενας άλλος από πίσω φώναξε ότι τουλάχιστον εμείς σεβαστήκαμε τον Παρθενώνα αρχιτεκτονικά, χωρίς να βάζουμε μιναρέδες τριγύρω. Εγώ έκανα ένα βήμα μπροστά και απομακρύνθηκα. Η εμπειρία μου λέει ότι σε μια συζήτηση άμα οι συνομιλητές γίνονται πάνω από τρεις δεν κάνουν πλέον διάλογο, αλλά μιλάνε για να ακουστούν.
Προχώρησα στο εσωτερικό της άλλοτε εκκλησίας, έφτασα στο κεντρικό τμήμα της και εκεί παρατηρώντας τον τεράστιο θόλο, ένα αίσθημα δέους με είχε συνεπάρει. Σίγουρα αυτή η εκκλησία είναι κληροδότημα ολόκληρης της ανθρωπότητας αφού η ομορφιά της και το μεγαλείο της είναι ένα ανθρώπινο θαύμα.



Βόσπορος και Πριγκιπονήσια

Όσο ήμασταν στην Τουρκία, μας είχαν συμβουλέψει να μην λέμε από που είμαστε και αν πάλι έπρεπε να δηλώσουμε την καταγωγή μας, καλύτερα να λέγαμε ότι είμαστε από Ελλάδα, και όχι από Κύπρο, γιατί η Τουρκία και η Κωσταντινούπολη όσο και αν εξευρωπαΪστηκαν τα τελευταία χρόνια, ακόμα έχουν κάποια κεμαλικά στοιχεία, που θυμίζουν άλλες εποχές μεγάλων ιδεών και φανατισμού• έτσι καλά είναι, να είσαι προσεκτικός.

Αυτό και κάναμε όλο το ταξίδι . Όταν όμως πηγαίναμε στα Πριγκιπονήσια, (ένα σύμπλεγμα νησιών στο Βόσπορο τα οποία θεωρούνται προάστια της Πόλης), ένας Τούρκος που καθόταν δίπλα μας στο κατάστρωμα μας ρώτησε από που είμαστε. «Από Ελλάδα» είπε ο φίλος μου, αλλά εγώ δεν ξέρω τι με έπιασε και δήλωσα ότι κατ’ακρίβεια είμαι από Κύπρο.Όλοι μέσα στο πλοίο στο άκουσμα του «Κύπρος» γύρισαν προς το μέρος μου. Αμέσως μετάνοιωσα γι’αυτό που είπα. «Από την νότια κύπρο, φαντάζομαι;» πρόσθεσε ο Τούρκος μεγαλόφωνα. «Ναι» απάντησα, με ύφος καλοπροαίρετο αλλά αυστηρό που δεν θελει να δώσει συνέχεια, μα προπαντώς δεν θέλει μπελάδες. Ο συνομιλητής μου όμως συνέχισε: «Αν δεν ξεχωρίζαμε ανθρώπους από τα κράτη που κατοικούν και τα έθνη που ανήκουν πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα.» Ξαφνιάστηκα στο ακουσμα αυτών που έλεγε, ανασηκώθηκα και τον κοίταξα στα μάτια, και αυτός συνέχισε: «Τι έχω να χωρίσω εγώ από εσένα αν ο προπάππους σου σκότωσε το προπάππου μου. Ο φανατισμός σκοτώνει εσωτερικά πρώτα αυτόν που τον έχει και μετά όσους τον περιβάλλουν».
Όλοι στο πλοίο έμειναν να βλέπουν τον κύριο δίπλα μου, που μιλούσε, λες και έκανε διάλεξη για την Ελληνοτουρκική φιλία. Αργότερα μας είπε ότι είναι καθηγητής Κοινωνικής και Αναπτυξιακής Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Κωσταντινούπολης. Τι ακριβώς δίδασκε δεν κατάλαβα, αλλά μου αρκούσε που αυτός ο άνθρωπος και οι απόψεις του ήταν αρκετές για να μην με πετάξει κανένας Τουρκαλάς στη θάλασσα, επειδή ήμουν ένας Κύπριος που δήλωσε την καταγωγή του στα ανοιχτά του Βοσπόρου.

Τελικά, οι αληθινά μορφωμένοι άνθρωποι είναι ίδιοι σε όποιο έθνος και αν ανήκουν. Είναι έτοιμοι να δεχτούν τον άλλο, πρώτα σαν ένα άνθρωπο όπως αυτούς και μετά σαν ένα Έλληνα, Τούρκο, Γερμανό ή Γάλλο.







Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Mother Africa

Μετά απο 18 ώρες πτήση και δύο μικρές στάσεις σε διαμετακομιστικά αεροδρόμια, έφτασα επιτέλους στο Μαλάουι. Μεθυσμένος απο κούραση καθώς ήμουνα, καθόμουνα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του θείου και έβλεπα το αφρικανικό τοπίο να ξεδιπλώνεται επιβλητικό μπροστά μου. Τα χρώματα ηταν φωτεινά και έντονα. Αφράτο κόκκινο χώμα, πλούσια πράσινη βλάστηση και βαθύ γαλάζιο ο ουρανός με ενυπωσιακές πινελιές άσπρου χρώματος. Ένοιωθα ότι απο το παράθυρο μου έβλεπα εικόνες βγαλμένες από ένα ντοκυμαντέρ του National Geographic για το Μαλάουι. Η Αφρική με υποδεχόταν με τον καλυτερο της τροπο, δείχνοντας μου ανεπιτηδευτα την ομορφιά της.

Άνθρωποι περπατούσαν κατα μήκος του δρόμου κουβαλώντας την πραμάτεια τους. Ποδήλατα προσπερνούσαν τους πεζούς, κουβαλώντας και αυτά ξύλα και τσουβάλια. Γυναίκες κρατούσαν τα παιδιά τους απ’το χερι ενώ άλλες τα είχαν δεμένα στην πλάτη τους. Πολλοί πεζοί κουβαλούσαν στο κεφάλι τους ενα κουβά ή μια κανάτα. (Τι συνήθειο και αυτό; Το επάνω μέρος του κεφαλιού να χρησιμοποιείται σαν χώρος όπου μπορείς να μεταφέρεις αντικέιμενα). Όλοι τους, κοιτούσαν τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν απο δίπλα τους, αυτοκίνητα που μόνο οι λευκοί και ελάχιστοι έγχρωμοι ήταν σε θέση να οδηγούν, αυτοί δηλαδή που ήταν οι προνομιούχοι σ’αυτή την χώρα. Σ’αυτούς ανήκε και η οικογένεια του θείου μου, Κύπριοι απόδημοι που ταξίδεψαν στην Αφρική την δεκαετία του 60, δούλεψαν εκει, έκαναν περιουσία και τώρα απολαμβάνουν τους καρπούς των κόπων τους, ανήκοντας στην κοινότητα των λευκών του Μαλάουι.


Εμπορικό Κεντρο του Blantyre

Το Μαλάουι, σε σύγκριση με τις άλλες αφρικανικές χώρες, είναι αρκετά φτωχό κράτος, μικρό σε έκταση και σε πληθυσμό. Έτσι ακόμα και οι πόλεις του διατηρούν μια γραφικότητα που δεν συναντάς στα αστικά κέντρα άλλων χωρών. Η πόλη Blantyre όπου δίεμενα παρόλο που είχε μισό εκατομύριο κατοίκους, δεν είχε καθόλου αστικό χαρακτήρα όπως έχουμε συνηθίσει τις πόλεις.
Θυμάμαι το εμπορικό κέντρο του Blantyre, ήταν μια ιδιαίτερη υπαίθρια αγορά, όπου το κάθε μαγαζί αποτελείτο από ένα σεντόνι ξαπλωμένο καταγής και την πραμάτεια του από πάνω.
Ένας χώρος διάσπαρτος απο σεντόνια που βρίσκονταν στο πάτωμα γεμάτα με ρούχα, με εξωτικά φρούτα, ξύλινα διακοσμητικά, εργαλεία και ψάθινα καλάθια. Μέσα σ’ όλα αυτά πηγαινοερχόταν εκατοντάδες κόσμος, περνούσαν ποδήλατα και έπαιζαν παιδιά τρεχοντας μέσα από τους διαδρόμους που δημιουργούσαν τα αυτοσχέδια καταστήματα.
Ένας οικογενειακός φίλος που ταξίδευε μαζί μας, βλέποντας την αγορά, αναφώνησε «Κατάντια! Κρίμα! Τι κρίμα να μεγαλώνεις σε τέτοιο τοπο».
«Εγω το βρίσκω και λίγο γοητευτικό» είπε ο θειος που είχε μεγαλώσει στην Αφρική απο Κύπριο πατέρα. «Μου φαίνεται μάλιστα πολύ πιο ανθρώπινη αυτή η αγορά παρά η Τσιμισκή στην Θεσσαλονίκη ή η Oxford street στο Λονδίνο.»
Ο φίλος απο την Ελλάδα δεν απάντησε.

Πόσο δύσκολο να δουμε την ομορφιά σε πράγματα που δεν τα έχουμε συνηθίσει σκέφτηκα.. Πράγματι αυτή η αγορά ηταν πολύ πιο ανθρώπινη απο κάθε άλλο εμπορικό κέντρο της Ευρώπης. Ήταν δίπλα στην φύση, έβγαζε μια πηγαία ανεμελιά και πουλούσε μόνο φυσικά προιόντα.


Λίμνη Μαλάουι

Το δεύτερο βράδυ τα ξαδέλφια μου, τρίτη γενιά κυπρίων στην Αφρική, με πήραν στη Λίμνη Μαλάουι. Η λίμνη Μαλάουι είναι η τρίτη μεγαλύτερη λίμνη στην Αφρικανική Ήπειρο και αποτελεί θέρετρο διακοπών και διασκέδασης για τους Λευκούς και μια πηγή επιβίωσης για τους Ιθαγενείς, αφού χρησιμοποιούν την λίμνη όχι μόνο για αλιεία αλλά και για τις βασικές τους ανάγκες.

Θυμάμαι εκείνο το βράδυ να πηγαίνουμε σε ένα μπαρ δίπλα από την λίμνη οπου σύχναζαν μόνο οι λευκοί και το οποίο βρισκόταν μέσα σε ένα χωριό έγχρωμων. Ένα ευρωπαϊκό μπαρ στην καρδιά ενός αφρικάνικου χωριού, τι οξύμορο.

Έξω από το μπαρ, σπίτια απο πλιθάρι και άχυρο, κότες μαντρωμένες δίπλα από τα σπίτια και παιδιά να τρεχουν πίσω από τα αυτοκίνητα των λευκών για να πάρουν κάτι, οτιδήποτε θα έκανε όρεξη, να τους πετάξει ο λευκός που περνούσε.
Από την άλλη, μέσα στο μπαρ, μπύρες απ’την Ευρώπη, μπιλιάρδο και βελάκια για να παίζουν οι θαμώνες και μια τεράστια τηλεόραση καρφωμένη στον τοίχο να προβάλει ποδοσφαιρικούς αγώνες. Τα μόνα ντόπια στοιχεία ηταν η αφρικανική διακόσμηση και το προσωπικό. Ακόμα και ο θόρυβος, ήταν ο γνώριμος θόρυβος ενός παρακμιακού μπαρ απο τις πόλεις της Δύσης. Η αληθινή Αφρική βρισκόταν ακριβώς έξω απο το μπαρ, οσο τίποτε άλλο αληθινή και γυμνή από κάθε τουριστικό φτιασίδωμα.


Το αξιοπερίεργο, ήταν οτι οι θαμώνες όχι μόνο δεν νοιάζονταν για το γεγονός οτι το μπαρ βρισκόταν μέσα στο χωριό,αλλά εκνευρίζονταν κιόλας απο την παρουσία των ιθαγενών γύρω από το μπαρ που τους ανάγκαζε να οδηγούν «σεμνά» για να έρθουν και να φύγουνν από το μπαρ. Δεν πίστευα αυτό που έβλεπα, οι άνθρωποι αυτοί, είχαν αποκτηνωθεί τόσο απο την φτώχεια που τους περιτριγύριζε, ώστε να μπορούν να καταναλώνουν σαν γουρούνια ενω κυριολεκτικά δίπλα τους κάποιοι συνανθρώποι τους να πέθαινουν απ’την πείνα!




Ελληνική Κοινότητα και οι Ιθαγενείς.

Το Μαλάουι παρόλο που είναι μία χώρα των έντεκα εκατομυρίων, η κοινότητα των λευκών ειναι πολύ μικρή σε αριθμό. Στους λίγους αυτούς λευκούς που η οικονομία της χώρας βρίσκεται στα χέρια τους, ανήκουν και οι λίγες οικογένειες των Ελλήνων, (που όπως όλοι οι λευκοί) έχουν πολυτελή αυτοκίνητα, βίλες, δορυφορικές, υπηρέτες και κηπουρούς. Από την άλλη, οι έγχρωμοι σε αυτή την άκρη της γης παρόλο που είναι απαραίτητοι ζούνε μέσα στην μιζέρια και την φτώχεια. Παρόλο που θεωρητικά η χώρα αυτή τους ανήκει (αφού είναι και οι ιθαγενείς) η μεγάλη πλειοψηφία τους, δεν απολαμβάνει κανένα απο τα προνόμια των λευκών.
Αυτούς τους προβληματισμούς μου, όταν τους μετέφερα στον ορθόδοξο ιερέα της ελληνικής κοινότητας στο Μαλάουι πήρα έκπληκτος την εξής απάντηση:«Τα πράγματα δυστυχώς έτσι είναι.. Ελάχιστοι μαύροι μπορούν να ανεβούν κοινωνικά. Άμα προσπαθήσουμε να το αλλάξουμε αυτό, μόνο κακό θα προξενήσουμε.»

Παίρνοντας αυτή την καθόλα «αφελή» απάντηση, επέμεινα «Εμένα μου φαίνεται ότι όλα είναι θέμα παιδείας και τίποτε παραπάνω. Αυτοί οι άνθρωποι σ’αυτή την γωνιά του κόσμου χρειάζονται την κατάλληλη κατάρτηση για να γίνουν σαν τους Λευκούς».
Τότε ο Ιερέας αφήνοντας ενα χαμόγελο να χαρακτεί στο πρόσωπο του, πρόσθεσε «Έτσι σκεφτόμουνα και εγώ όταν ξεκινούσα την ιεραποστολή. Αλλά, πίστεψε με αγαπητέ μου, ο μαύρος δεν είναι όπως φαίνεται. Αν μείνεις και άλλο εδώ θα καταλάβεις για τι πράμα μιλάω. Πως να στο πω; Του μαύρου του αρέσει η ζούγκλα δεν του αρέσει η πρόοδος.» Τοτε κατάλαβα οτι εγώ και ο Ιερέας μιλούσαμε διαφορετική γλώσσα και σταμάτησα την συζήτηση.

Φεύγοντας σκεφτόμουν ότι ακόμα και να ίσχυε η ακραία άποψη του ιερέα ότι ο έγχρωμος είναι διαφορετικός από τον λευκό, γιατί αμέσως αυτό το μεταφράζουμε σαν υπεροχή του λευκού απέναντι στον μαύρο, και όχι το αντίστροφο. Γιατί να μην θεωρούμε ότι ο λευκός αδυνατεί να αφουγκραστει την φύση σε σχέση με τον ιθαγενή της αφρικής που είναι απόλυτα εξοικειωμένος μαζί της. Μήπως δεν είναι και κάπως έτσι που ξεκίνησε και η χειρότερη αντίληψη των ανθρώπων για τους ίδιους και τους συνανθρώπους τους, όπως είναι ο ρατσισμός; Δεν ξεκίνησε από την παρεξήγηση της διαφοράς ως υπεροχής;

Αναρωτιέμαι πραγματικά ποιο βρωμερό μυαλό, μας έπεισε οτι η διαφορά μεταξύ λαών είναι η υπεροχή του ενός έναντι του άλλου.

(δημοσιεύτηκε στο streetwise Λεμεσού)


Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Φλωρίτιδα

Αποτελεί το επόμενο στάδιο του καλού παιδιού και είναι ένας μακρινός απόγονος του ξεχασμένου βαρβατουάρ. Είναι ο άντρας που πάσχει από την γνωστή πια σε όλους φλωρίτιδα, μια ασθένεια που σύμφωνα με τις τελευταίες επιστημονικές μελέτες του πανεπιστημίου της Ατλαντίδας είναι μία ψυχολογική διαταραχή που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι άντρες της νέας γενιάς.

Ο φλώρος αναθρεμένος από μια μάνα πολύ δυναμική αγνοεί ότι οι γυναίκες γουστάρουν καταβάθος την ανδρική καφρίλα και έτσι δεν προσπάθησε ποτέ να γνωρίσει την βαρβατουάρ πλευρά του. Νουθευμένος από μικρός ότι οφείλει να είναι κύριος απέναντι στα κορίτσια και να μην τα εκμεταλλεύεται, έχει μετατραπεί σε ένα τύπο άντρα που δεν έχει αναπτύξει την ανδρική του διάσταση. Σημαντικό χαρακτηριστικό του φλώρου είναι οι πολύχρονες σχέσεις. Μεγάλη μερίδα των αντρών που πάσχουν από φλωρίτιδα δύσκολα μπορούν να διακρίνουν τον έρωτα από την αγάπη και δηλώνουν όμως με παρρησία και με μια αφελή βεβαιότητα, ότι βρήκαν την μία και μοναδική τους αγάπη. Οι πιο συνηθισμένες συμπεριφορές φλώρων είναι η σαχλώδης έκφραση της αγάπης τους με επετείους και γιορτές των ερωτευμένων.

Στην σύγχρονη εποχή όλοι οι άντρες αντιμετωπίζουν μεγάλο κίνδυνο να μολυνθούν από την Φλωρίτιδα αφού η έξαρση του φεμινισμού στις γυναίκες προκαλεί κρίση στον μέχρι τώρα καθορισμένο ρόλο του άντρα και τις γυναίκας. Δημιουργείται έτσι ένα μεγάλο μπέρδεμα στην συμπεριφορά και την ταυτότητα των δύο φύλων. Η δυναμική γυναίκα, σταδιακά παίρνει το παραδοσιακό ρόλο του άντρα και ο άντρας υπακούοντας στις επιταγές της από καλό παιδί μετατρέπεται σε φλώρο με έντονα αναπτυγμένη την γυναικεία του πλευρά.
Το χειρότερο όμως είναι ότι ο φλώρος αδυνατεί να φανταστεί το εαυτό του ως μονάδα. Ως ένα άνθρωπο δηλαδή που μπορεί να λειτουργήσει μόνος του μέσα στον κόσμο χωρις να χρειάζεται την στήριξη κανενός. Από αυτή του την αδυναμία πηγάζει και η ανάγκη του να είναι συνέχεια με άλλους ανθρώπους ή να βρίσκεται συνέχεια δίπλα στην σύντροφο του. Γνωρίζοντας και ο ίδιος ότι καταβάθος η φλωρίτιδα που τον χαρακτηρίζει είναι μια έκδηλη προσωπική αδυναμία που τον καταδυναστεύει, αποφεύγει την μοναξιά γιατί έτσι γνωρίζει πως θα έρθει αντιμέτωπος με τους βαθύτερους του φόβους και με τις πιο μυχιές του σκέψεις.

Η μόνη ελπίδα σωτηρίας ενός φλώρου είναι μια «προσωπική θεομηνία» που θα τον ταρακουνήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να του αλλάξει συθέμελα την κοσμοαντίληψη του. Ο φλώρος μπορεί να απαλλαχθεί από αυτή του την αδυναμία μόνο όταν ένα συνταρακτικό γεγονός αναστατώσει την ζωή του. Όπως για παράδειγμα όταν «η γυναίκα της ζωής του» τον αφήσει για κάποιο άλλο πριγκηπόπουλο.Για τον φλώρο μια τέτοια ψυχρολουσία λειτουργεί όπως το να ρίξεις ένα παιδί που δεν ξέρει κολύμπι στα βαθιά νερά μιας λίμνης. Όπως το παιδί κινδυνεύει να πνιγεί αλλά σχεδόν πάντα καταφέρνει να επιπλεύσει στην επιφάνεια του νερού και να μάθει έστω και με αυτό τον σκληρό τρόπο να κολυμπάει, έτσι και ο φλώρος (μπροστά σ’αυτή την άγρια κατεδάφιση του οικοδομήματος που στεγάζει την φλωρίτιδα του), μπορεί και αυτός να μάθει να κολυμπάει μέσα στον κόσμο, να ψαρεύει και να απολαμβάνει τα μακροβούτια μιας "ριψοκίνδυνης" ζωής.

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Ο Κουστουμοφόρος

"Time is money" θα τον έχετε ακούσει να λέει συχνά στα παιδιά του και "Value for money" στους συνεργάτες του. Η καλύτερη συμβουλή που μπορούσε να δώσει ήταν"just do it" ενώ όλη η ηθική του συνείδηση αναλωνόταν στο "save the planet" με πράσινη ανάπτυξη και "οικολογικά" κεφάλαια.
Θεωρούσε ανώριμο να ασχολείται κανείς με την τέχνη και πίστευε ότι όλοι οι καλλιτέχνες ήταν αργόσχολοι. Τέχνη γι' αυτόν ήταν οι ακριβοί πίνακες που είχε στο καθιστικό του, τους οποίους επέλεξε γιατί κυριαρχούσε το καφέ χρώμα και ταίριαζαν έτσι με τους ντιζαϊνάτους καναπέδες του.
Πολλές φορές έκρινε τους άλλους από το πόσο κοντά βρίσκονταν στο δικό του κώδικα ντυσίματος, ενώ πίστευε ότι ήταν αλάθητο κριτήριο το επάγγελμα του άλλου για το ποιός ήταν πραγματικά.
Δεν μπορούσε να διαχειριστεί την ρευστότητα και γι' αυτό παντρεύτηκε την Καίτη που ήταν η γυναίκα που του εκμυστηρεύτηκε, πως μαζί του είχε για πρώτη φορά οργασμό. Μαζί της έκανε δύο παιδιά και αγόρασε ένα ¨κουκλόσπιτο" με ένα παχουλό στεγαστικό. Έτσι θεωρώντας πως ολοκλήρωνε την Καίτη σαν γυναίκα προσφέροντας της οικογένεια και σπίτι, αφοσιώθηκε στην δουλειά του με μόνο σκοπό να αποκτήσει χρήμα και προαγωγές. Επένδυσε στην τακτική δουλέια-σπίτι-δουλειά και προσάρμοσε όλα τα πιστεύω του μ' αυτά της εταιρίας παραδίδοντας ψυχή και σώμα στην προσπάθεια του να μένει πάντα ικανοποιημένο το αφεντικό. Υπήρχαν περίοδοι που σταματούσε να σκέφτεται για την επιχείρηση μόνο όταν έτρεχε για κατούρημα και όταν έκανε σεξ, άμα έκανε σεξ δηλαδή.
Μια μέρα όμως είδε απ' το παράθυρο κάτι φωτεινό να φεύγει από μπροστά του, να τον κοιτάει περιφρονητικά και να χάνεται σε ένα ίσιο δρόμο που κατέληγε σε ένα γλυκό πουθενά. Δεν έβλεπε τίποτα περισσότερο από την ζωή που χάλασε στις μπίζινες να τον κοροϊδεύει από μακρυά, έχοντας το το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού της χεριού ανασηκωμένο.


(η φωτογραφία είναι του Στέλιου Καλλινίκου, http://www.stelioskallinikou.blogspot.com )

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Lady Uber

Εμφανίστηκε λίγο πριν το τέλος της μετα-μοντέρνας εποχής και αποτελεί το νέο είδος της "ελεύθερης" γυναίκας στην σύγχρονη κοινωνία. Το κύριο της χαρακτηριστικό είναι ο ακομπλεξάριστος της χαρακτήρας, ενώ η μεγαλύτερη της κατάκτηση είναι η αποβολή σχεδόν όλων των ανασφαλειών της.
Συνήθως έχει κάποια περιττά κιλά. Θα την δείτε όμως να τα αντιμετωπίζει με επιδεικτική αδιαφορία. Γνωρίζει πολυ καλά ότι τα παχάκια της είναι ευεργετικά πιασίματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν "ερωτικές λαβές" στο sex και γι'αυτό δεν θα την ακούσετε ποτέ να δηλώνει ότι την επόμενη εβδομάδα ξεκινάει δίαιτα ούτε ότι το εκλαίρ έχει 372 γαμημένες θερμίδες.
Η Lady Uber μπορεί επίσης προς έκπληξη των ανδρών να μαγειρεύει. Μην φανταστείτε καμιά αρρωστημένη Βέφα, αλλά σίγουρα έχει κανα-δυο συνταγές κρυμμένες στο συρτάρι της για να την παλέψει κατά την περίοδο της κατοχής. Αποφεύγει το μακιγιάζ και αν καμιά φορά δεν έχει άλλη επιλογή από το να βαφτεί, δεν μασκαρεύεται σαν κλόουν αλλά πάντα διαλέγει το φυσικό look. Ντύνεται πάντα σύμφωνα με τον σωματότυπο της, αναδεικνύοντας έτσι το κορμί της, δίχως να μπαίνει σε κολάν που δεν χωράει και να ανεβαίνει σε ξυλοπόδαρα που της γαμάνε τα πόδια. Τις περισσότερες φορές αποφεύγει το σουτιέν γιατί απλά νιώθει να την περιορίζει. Η Uberlady παραδόξως καταλαβαίνει τον άντρα. Ξέρει ότι κάθε άντρας μπορεί να υπάρξει και γουρούνι, γι'αυτό και τον ανέχεται με "μεγαλοψυχία", χωρίς όμως να τον νταντεύει. Όσο για τα standards καθαριότητας, δεν τον ξεσκατίζει ποτέ, τον αφήνει να κολυμπήσει στην βρωμιά και την σαπίλα μέχρι να αποφασίσει ο ίδιος, ότι ήρθε η ώρα να σώσει το τομάρι του, από την απειλή της μηνιγγίτιδας.

Είναι μια βελτιωμένη εξέλιξη της γυναίκας-καριόλας. Σε αντίθεση όμως με την καριόλα που έκανε τον φεμινισμό σημαία ξεχνώντας την θηλυκότητα της και αναπτύσσοντας την ανδρική της πλευρά με ψέματα, φτύσιμο και ξεπέτες, η Lady Uber αναδεικνύει την γυναικεία της φύση, αποβάλλοντας στοιχεία αμαζόνας που υιοθέτησε η πρόγονος της. Ο τρόπος ζωής της καριόλας και τα κούφια θέλω της δεν αρκούν στην Uber, γιατί απλά ψάχνει κάτι πιο ουσιαστικό. Στην πορεία για να το βρει (σ'αυτό το σημείο πολλοί την μπερδεύουν με την καριόλα) είναι διατεθειμένη να φασωθεί, να πουτανιέψει και να ξενοκοιμηθεί με τον καθένα.
Η Lady Uber είναι δραστήρια και δυναμική μα ταυτόχρονα θηλυκιά και τρυφερή γι'αυτό και δημιουργεί κακό συνδυασμό με τον Βαρβατουάρ αλλά και με τον Φλώρο. Ο πρωτόγονος χαρακτήρας του Βαρβατουάρ δεν μπορεί να ανεχτεί μια δυναμική γυναίκα που δεν μπορεί να εξουσιάσει, ενώ η άτσαλα αναπτυγμένη ιδιοσυγκρασία του Φλώρου συγκρούεται με τον ερωτισμό της.

Η Uber θέλει λίγη καφρίλα σε συνδυασμό με τζεντλεμεντίλα. Δεν είναι γαζέλα για να την κυνηγίσει ο Βαρβατουάρ, ούτε είναι η ίδια κυνηγός για να ρίχνει τα δίκτυα της σε κάθε Φλωρούμπα περαστικό που δεν μπορεί να την προσεγγίσει. Αυτό που ζητάει είναι ένα αμοιβαίο παιχνίδι, ένα ατίθασο φλερτ που ο καθένας θα ρίξει άφοβα τα χαρτιά του στο τραπέζι και θα παίξουν και οι δύο με ίσους όρους. Θέλει κάποιον που να της δίνει την αίσθηση της κυριαρχίας και της ισότητας μαζί, κάποιον που να μπορεί να την ξεκωλιάσει αλλά πάντα μετά να την σκεπάζει με την κουβέρτα της θαλπωρής.
Παρόλα αυτά η Lady Uber σαν μετεξέλιξη της καριόλας και μακρινός απόγονος του καλού κοριτσιού έχει και αυτή, την τάση να κολλάει με φλώρους και με βαρβατουάρ. Η αλήθεια είναι ότι έχει ανάγκη και την βαρβατίλα αλλά και την φλωρίτιδα, γιατί η Uber συνδυάζει την γυναικεία φύση με όλα τα χαρακτηριστικά της νέας εποχής. Έτσι ενώ η μοίρα του καλού κοριτσιού είναι ο Βαρβατουάρ και της Καριόλας ο Φλώρος (ή και αντίστροφα). Η Lady Uber δεν έχει άλλη επιλογή από το να ψάξει τον Ubersexual της.


Υ.Γ. Το κείμενο είναι απόλυτα εμπνευσμένο και σε μερικά σημεία οι χαρακτήρες του είναι περήφανα κλεμμένοι από την στήλη της Ειρήνης Χειρδάρη, Bedtime Stories στην Lifo.
Πιο συγκεκριμένα: http://www.lifo.gr/mag/columns/3028