Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορεστειάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορεστειάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Ορεστειάδα 8

"Ντύσου και φύγαμε" φώναξε ο Ορέστης άγρια κρατώντας τον λαιμό της μπουκάλας που θρυμμάτισε στο κεφάλι του Όλιβερ. Η Σούζι και η Τζιόρτζια τρομαγμένες από την επίθεση του Ορέστη έμεινα ακίνητες η καθεμιά στην γωνιά του καναπέ τους.

Έτσι τα δύο ελληνόπουλα άρπαξαν τα ρούχα τους και έφυγαν από το ρετιρέ. Κατέβηκαν τρέχοντας, τις σκάλες της πολυκατοικίας και βγήκαν έξω στο δρόμο τρομαγμένοι και αυτοί με ότι είχε συμβεί πριν λίγο.

Ο Γιάννης που από από ότι φαίνεται έκρυβε μέσα του ένα λανθάνοντα αθλητή έτρεχε να για να απομακρυνθεί όσο γρήγορα μπορούσε ενώ ο Ορέστης τον ακολουθούσε σε απόσταση αναπνοής ακριβώς πίσω του. Κανείς δεν μιλούσε, άλλωστε δεν υπήρχε λόγος να μιλήσουν, ένοιωθαν και οι δύο ότι έπρεπε να τρέξουν να σωθούν. Πέρασαν από κάποια στενά και μετά από ένα δίλεπτο τρελό τρέξιμο μέσα στα δρομάκια του κέντρου των Βρυξελλών βρέθηκαν μπροστά από ένα σταθμό της αστυνομίας. Μόλις είδε τον σταθμό ο Ορέστης φώναξε στον Γιάννη: "περίμενε λίγο που πας;
"Στους μπάτσους", είπε αυτός σε υπερένταση και με ένα ύφος όλο απορία για την ερώτηση.
"Για περίμενε ρε μαλάκα και τι θα τους πεις;"
"Αυτό που μόλις συνέβη!"
 'Οτι δηλαδή συμφώνησες με ένα μαύρο που φαινόταν νταβατζής και με δύο γυναίκες που φαίνονταν πουτάνες, να κάνεις παρτούζα , και αφού ήπιες όλη την μαύρη θάλασσα σε αλκοόλ και σνίφαρες και κόκα μετάνιωσες γιατί κατάλαβες ότι ο Όλιβερ ο μάνατζερ εννοούσε ότι θα συμμετείχε και αυτός στην παρτούζα και ότι θα σε γαμούσε κιόλας αν μπορούσε.

Ο Γιάννης έμεινε για λίγο σιωπηλός αλλά γεμάτος ταραχή. "Δεν το πιστεύω" μονολογούσε και χτυπούσε σπασμωδικά και πολύ γρήγορα την πάνω και κάτω σιαγόνα του, κρατώντας ταυτόχρονα το κεφάλι του. "Πως την πάτησα έτσι; Δεν το πιστεύω!".
"Έλα ηρέμησε" είπε ο Ορέστης και τον πήρε από τον ώμο.
"Μην μ'αγγίζεις" φώναξε στον Ορέστη. "Μην μ'αγγίζεις γιατί για όλα φταις εσύ και οι ηλίθιες ιδέες σου."

Ο Ορέστης αμέσως τραβήχτηκε πίσω και είπε: "Τουλάχιστον έλα να φύγουμε από τους μπάτσους."
Ο Γιάννης χωρίς να πει τίποτε, γύρισε την πλάτη στον Ορέστη και ξεκίνησε να απομακρύνεται από τον σταθμό. Ο Ορέστης τον ακολούθησε. Περπάτησαν για λίγο μαζί χωρίς να πουν τίποτα. Ο Γιάννης βάδιζε με ένα γοργό βηματισμό γεμάτος ένταση προφανώς εξαιτίας της σκόνης που είχε σνιφάρει πριν από λίγο. Και ο Ορέστης τον ακολουθούσε βαριεστημένα αφού ένοιωθε όπως ένα δεκάχρονο που προσπαθούσε να παρηγορήσει μάταια τον φιλαράκο του που έχασε τις καραμέλες του.

"Τι λες να πάμε για καμιά μπύρα σε κανένα μπαρ κάπου εδώ στο κέντρο;" πρότεινε ο Ορέστης προσπαθώντας να λυτρωθεί από το μεταμεσονύχτιο βάδην με γρήγορο ρυθμό που επέβαλε ο Γιαννάκης.
"Δεν μας κάρφωσε ο μαύρος αλλά φοβάμαι μην μας καρφώσουν τα τσιράκια του", είπε πάλι ο Ορέστης ακολουθώντας τον εξουθενωτικό ρυθμό του συνοδοιπόρου του.
"Και δεν μου λες", συνέχισε ο Ορέστης χωρίς να παίρνει καμιά απάντηση από τον Γιάννη: "Που σκατά βρήκες αυτόν τον μαύρο τον Όλιβερ που θα μας καρφοκώλιαζε και τους δύο στο παλιορετιρέ του".
Ο Γιάννης τότε για πρώτη φορά απάντησε με μια παράξενη ηρεμία.
"Δεν μου κάνεις την χάρη να με αφήσεις λίγο ήσυχο; να μου αδειάσεις την γωνία ρε αδερφέ; Πως το λέτε στο χωριό σου; Να πας στο διάολο."
Ο Ορέστης τότε απάντησε με ένα ξερό "'οπως θες" και έριξε ταχύτητα στον βηματισμό του έτσι ώστε να μπορεί να απολαύσει ένα νυχτερινό περίπατο στις Βρυξέλλες και να σκεφτεί. Ήταν από τους ανθρώπους που μπορούσε να σκεφτεί καλύτερα περπατώντας. Λες και με το να κινάει τα πόδια του οξυγονωνόταν ο εγκέφαλος του.

Κινώντας τα πόδια του κινούσε τα γρανάζια του σώματος του και μαζί κινούσε και τα γρανάζια του εγκεφάλου του. Κινώντας λοιπόν τα εσωτερικά γρανάζια του σώματος και της σκέψης του, προσπάθησε να ανακαλέσει στην μνήμη του τα κωμικοτραγικά περιστατικά που συνέβαιναν αυτές τις μέρες και από ότι φαινόταν κλιμακώνονταν με γοργούς ρυθμούς σαν ένα σενάριο κανενός βαρεμένου συγγραφέα που δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει από το να κάθεται και να σκαρφίζεται τραγελαφικά γεγονότα που παρασύρουν τον ήρωα του σε ένα τρελό αναποδογύρισμα ολόκληρου του κόσμου του.

Κάπου είχε διαβάσει ότι εμείς οι ίδιοι γράφουμε το δικό μας μυθιστόρημα με τις επιλογές που κάνουμε στην ζωή μας. Αλλά κατα πως φαινόταν τις τελευταίες μέρες κάποιος άλλος πήρε την πένα της δικής του ζωής και έγραφε ένα τρελό κεφάλαιο στην μέχρι τώρα ορθή και πειθαρχημένη ζωή του. Από που να ξεκινήσω σκεφτόταν.. Το κεράσι που έχεσα, το εισιτήριο για Βρυξέλλες, τις δύο μέρες που πνίγηκα στο αλκοόλ και δεν τις θυμάμαι, ή τον Γιάννάκη με τις μαύρες του και τον μαύρο του....

Με αυτές τις σκέψεις βρέθηκε σε ένα από τα λιθόστρωτα δρομάκια των Βρυξελλών, με κτίρια κατα μήκος του δρόμου στολισμένα με ανάγλυφα μοτίβα και σωστά δομημένα το ένα δίπλα στο 'αλλο όπως μια οδοντοστοιχία ενός εφήβου που φοράει σιδεράκια και βρίσκεται στο τέλος της θεραπείας του, με ίσια δόντια αλλά με τα ανεπιθύμητα μεταλλικά ακόμα πάνω στα δόντια του..
Στο τέλος αυτού του δρόμου είδε να κάθεται σε ένα παγκάκι η μεσογειακή μυστήρια γυναίκα που είδε στο μπαρ, η οποία τον χαιρέτησε, τον έβρισε και έφυγε.
Μόλις την είδε, την πλησίασε γρήγορα και ρώτησε:
"Ποια είσαι;"


(συνεχίζεται)

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Του φούστη. (Ορεστειάδα 7)

Στο σπίτι του Μάνατζερ

Αν ο Μιγκ Τζάκερ είχε ρετιρέ στο κέντρο των Βρυξελλών θα ήταν σαν αυτό του Όλιβερ του Μάνατζερ.Ένα χλιδάτο ρετιρέ που από το τεράστιο σαλόνι έβλεπες ένα μεγάλο μέρος των Βρυξελλών και στο βάθος μπορούσες να διακρίνεις το Ατόμιουμ, αυτό το φουτουριστικό σύμβολο της πόλης.

"Καθίστε" τους είπε ο μάνατζερ δείχνοντας τους δύο άσπρους καναπέδες. Ο ίδιος πήγε στο μπάρ στην άκρη του σαλονιού εκεί οπου βρίσκονταν τα ποτά.
Ο Γιάννης κάθισε στον ένα καναπέ και ο Ορέστης στον άλλο και μαζί τους, οι δύο μαύρες καλλονές, μια για τον καθένα, βγαλμένες και οι δύο από την πιο τρελή τους φαντασίωση. Η Σούζι και η Τζόρτζια, δύο γυναίκες μυγάδες από την Τζαμάικα, όμορφες και σέξι και το πιο συγκλονιστικό έτοιμες να κάνουν άγριο σεξ μαζί τους, αλλά και με τον μαύρο μάνατζερ. Πάντα υπάρχει κάτι που μας χαλάει τις φαντασιώσεις μας, σ'αυτή την περίπτωση φαίνεται πως ήταν ο μάνατζερ, αλλά σίγουρα ήταν πολύ καλύτερος από ένα ξυπνητήρι που σε ξυπνάει στο αποκορύφωμα ενός καλού ονείρου. "Αγκάθι ο Μαύρος" είπε στα ελληνικά ο Ορέστης στον Γιάννη, για να μην γίνει κατανοητός από τους αλλοδαπούς φίλους τους. Ο Γιάννης όμως δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον του, παρα μόνο κοίταζε σαν αποχαυνωμένος την Τζόρτζια που κάτι προσπαθούσε να του πει σε σπαστά αγγλικά. Χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι ήθελε να του πει όρμηξε πάνω της και άρχισε να την φυλάει λίγο πιο πάνω από το στήθος κοντά στον λαιμό.

Η Σούζι μιμούμενη τον Γιάννη ξεκίνησε να χαιδεύει τον Ορέστη ενώ ο μάνατζερ επέστρεψε με ένα μπουκάλι τεκίλα και ένα ξύλινο σκαλιστό κουτί. Γέμισε πέντε σφηνάκια τεκίλα και τα προσέφερε σε όλους.
"Στην γνωριμία μας" είπε σηκώνοντας το σφηνάκι του.
Τον μιμήθηκαν όλοι και ήπιαν το σφηνάκι εκτός από τον Ορέστη που ορκίστηκε να μην ξαναπιεί τεκίλα μετά από την μίνι αμνησία που του προκάλεσε εκείνη η νύχτα με τεράστια κενά μνήμης που την ξεκίνησε με τεκίλα. Η Σούζι αφού ήπιε το σφηνάκι της άρχισε να φιλάει τον Ορέστη  με πάθος ενώ με τα χέρια της προσπαθούσε να του ξεκουμπώσει το πουκάμισο, αυτός ανταποκρίθηκε χαϊδεύοντας το στήθος της.
Άρχισε τότε η Σούζι να του δίνει ένα τόσο ρουφηχτό φιλί που λες και του έπαιρνε λίγο από την ζωή του. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα μάχης για το υπόλοιπο της ζωής του, ο Ορέστης κατάφερε να της ξεφύγει και να κοιτάξει προς τους υπόλοιπους της παρέας. Είδε τότε τον μάνατζερ να σχηματίζει πάνω στο τραπεζάκι μεταξύ των δύο καναπέδων, πέντε γραμμές από άσπρη σκόνη που έβγαλε από το ξύλινο σκαλιστό κουτί.
Με το που σχημάτισε τις γραμμές ο μάνατζερ έκανε νόημα στην Τζόρτζια δίνοντας της ένα τυλιγμένο εκατοστάευρω. Αυτή αμέσως πήρε το εκατοστάευρω και σνίφαρε μια από τις γραμμές. Σηκώνοντας το κεφάλι όλο ζωντάνια η Τζόρτζια τράβηξε τον Γιάννη να πλησιάσει το τραπέζι όπου βρίσκονταν πάνω οι γραμμές.Ο Γιαννάκης μη βλέποντας μπροστά του από την τύφλα του, πήρε το τυλιγμένο εκατοστάευρω και έκανε και αυτός μία γραμμή.
Έτσι έγινε και με τους υπόλοιπους της παρέας, το εκατοστάευρω συνέχισε τον κύκλο του μέχρι που έφτασε πάλι στο μάνατζερ ο οποίος όμως χάιδευε τώρα με πολύ οικειότητα τον Γιάννη στο σβέρκο και έγνεφε και στον Ορέστη να πλησιάσει.

Ο Ορέστης βλέποντας τις προθέσεις του μάνατζερ, αρνήθηκε με ένα αυστηρό σχεδόν εχθρικό ύφος και άρχισε πάλι να φιλάει την Σούζι γυρίζοντας την πλάτη στους υπόλοιπους που βρίσκονταν στον καναπέ απέναντι του. Σαν τον σκύλο που ορίζει την περιοχή του με το να κατουράει κάθε γωνιά του χώρου που θεωρεί δικό του, έτσι και ο Ορέστης έκανε με τον καναπέ που καθόταν αυτός και η Σούζι. Είχε αφήσει το μπουφάν του, το κασκόλ του και κάτι διαφημιστικά που πήρε από το μαγαζί κατα μήκος του δικού του άσπρου καναπέ. Ξεκάθαρο πλέον γι' αυτόν ότι κανείς δεν θα αποπειραθεί να διασχίσει τα δύο μέτρα που χώριζαν τους δύο καναπέδες και να περάσει στην δική του περιοχή.

Στον απέναντι καναπέ έμεινε ο μάνατζερ με τον Γιάννη και την Σούζι.
Οι δύο τελευταίοι χαμουρεύονταν σχεδόν ημίγυμνοι και ο μάνατζερ τους έβλεπε με ένα ηδονοβλεπτικό ύφος μέχρι που η Σούζι άνοιξε το φερμουάρ του Γιάννη και ξεκίνησε να του κάνει στοματικό και ξαφνικά με μια απίστευτη φυσικότητα παραμέρισε και έδωσε την θέση της στον Όλιβερ τον Μάνατζερ.

Ο Γιάννης ζαλισμένος από την ηδονή είχε κλειστά τα μάτια του και απολάμβανε το στοματικό έρωτα. Με το που τ' άνοιξε όμως και είδε τον Όλιβερ τον υποτειθέμενο μάνατζερ να βρίσκεται στην θέση της Τζιόρτζιας, έβαλε τις φωνές, τραβήχτηκε προς τα πίσω και έσπρωξε τον μάνατζερ. Ο μαύρος μάνατζερ όμως σαν παιδί που του παίρνουν το γλειφιτζούρι από το στόμα, δεν έλεγε να το βάλει κάτω και άρπαξε το γεννητικό γλειφιτζούρι του Γιάννη και με τα δύο χέρια.

Τότε πετάχτηκε ο Ορέστης από την "κατουρημένη" του περιοχή, άρπαξε την μπουκάλα τεκίλα από το τραπεζάκι μεταξύ των δύο καναπέδων και την φόρεσε στο κεφάλι του Όλιβερ.
(συνεχίζεται)

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

interracial (Ορεστειάδα-6)

Βρήκε τον Γιάννη με δύο μαύρες, ψηλές εξωτικές γυναίκες και άλλο ένα τύπο που έμοιαζε να ήταν ο νταβατζής των δύο γυναικών.
"Να και τον φίλο μου που σας έλεγα" είπε ο Γιάννης στην έγχρωμη παρέα του με μια ανεξήγητη χαρά που μόνο σε μεθυσμένο μπορείς να συναντήσεις
"Ορέστη αυτή είναι η Τζόρτζια και αυτή η Σούζι και τέλος ο Όλιβερ"συνέχισε δείχνοντας τον τεράστιο μαύρο που καθόταν δίπλα του και θύμιζε νταβατζή.
Τους χαιρέτησε ο Ορέστης και κάθισε δίπλα από την Σούζι.
Ο Όλιβερ γύρισε προς τον Ορέστη και τον ρώτησε με ενθουσιασμό "Είσαι και εσύ Έλληνας;"
"Ναι".
Και τότε ο Γιάννης συνεχίζοντας τις συστάσεις πρόσθεσε "ο Όλιβερ είναι ο μάνατζερ του Ντέμη Ρούσου"
"Τι πράμα;" αντέδρασε ο Ορέστης ξαφνιασμένος.
"Ναι" είπε ο Όλιβερ, "εγώ τρέχω τον συμπατριώτης σας τον Ντέμη".
"Ναι καλά" είπε ο Ορέστης με ένα ύφος όλο δυσπιστία δείχνοντας τους ότι δεν πρόκειται να πιαστεί κορόιδο.
"Αλήθεια είναι" συνέχισε ο Όλιβερ ο μάνατζερ, "γι' αυτό και ενθουσιάστηκα όταν μου είπε ο Γιάννης πως είναι από την Ελλάδα. Εσείς οι Έλληνες ξέρετε να γλεντάτε και αυτό θέλουμε σήμερα το βράδυ εγώ και τα κορίτσια μου" είπε ο Όλιβερ και έκλεισε το μάτι στον Ορέστη.
"Μάλιστα" απάντησε ο Ορέστης πάλι με δυσπιστία και άλλαξε αμέσως θέμα "τι πίνετε;"
"Βάλτε του ένα σφηνάκι βότκα διέταξε ο Μάνατζερ την παρέα του και αμέσως η Σούζι που καθόταν δίπλα από τον Ορέστη, του έβαλε ένα σφηνάκι βότκα.
"Α έχετε άγριες διαθέσεις" είπε ο Ορέστης και αμέσως ήπιε το σφηνάκι.
"Άλλη μια γύρα σφηνάκια Σούζι." είπε ο νταβατζής-μάνατζερ "δεν βλέπεις ότι ο καινούργιος μας φίλος διψάει".
Αμέσως η Σούζι γέμισε ξανά το σφηνάκι και ο Ορέστης σήκωσε το ποτήρι του, κοίταξε τον ήδη μεθυσμένο Γιάννη και τους υπόλοιπους της παρέας και ευχήθηκε "στην υγεία μας".
"..Και στην σεξουαλική απελευθέρωση" είπε ο Όλιβερ ο υποτιθέμενος μάνατζερ του Ρούσου.
Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και ήπιαν όλοι ακόμα ένα σφηνάκι.

Ο Ορέστης όλη αυτή την ώρα ένοιωθε ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Κοίταξε τριγύρω για λίγο μα δεν είδε τίποτα. Ξαναπροσπάθησε μετά από λίγο, μα πάλι τίποτα. Ένοιωθε όμως αυτό το συναίσθημα που εκτίθεσαι χωρίς όμως να το θέλεις, χωρίς να το ξέρεις.
Και εκεί που έβλεπε τριγύρω στο μπαρ, είδε δύο μάτια να τον κοιτάνε. Ήταν μια κοπέλα που καθόταν σε ένα τραπεζάκι δεξιά από το δικό τους. Ψηλόλιγνη, μελαχρινή με μαύρα μαλλιά και μελίσσια μάτια, όμορφη μεσογειακή γυναίκα.
Μόλις συναντήθηκαν τα βλέμματα τους η όμορφη μεσογειακή τον χαιρέτησε εγκάρδια. Ο Ορέστης πάγωσε για μια στιγμή, "ποια είναι αυτή" σκέφτηκε "γιατί με χαιρετάει, μήπως την γνωρίζω;" ανταποκρίθηκε αμήχανα σηκώνοντας και αυτός το χέρι του για να την χαιρετήσει.

Την προσοχή του όμως την απέσπασε ακόμα ένα σφηνάκι βότκα που του έδωσε ο Όλιβερ.
"Στην υγειά μας" είπε ο Γιάννης και σήκωσαν όλοι ξανά τα σφηνάκια τους και τα ήπιαν. Η Σούζι τότε άρχισε να χαϊδεύει τα μαλλιά του Ορέστη ενώ ο Γιάννης ξεκίνησε να φασώνεται με την Τζόρτζια.

Ο Ορέστης ξαναγύρισε προς την μεσογειακή γυναίκα και την είδε να σηκώνεται να μαζεύει τα πράγματα της και να έρχεται προς το μέρος του.
Όσο πλησίαζε τόσο πιο πολύ ένοιωθε ότι αυτή η γυναίκα είχε μια ξεχωριστή ομορφιά.
Η άγνωστη γυναίκα ήρθε κοντά του, έσκυψε στο αυτί του και του είπε:
"Είσαι πολύ μαλάκας να κάνεις πως δεν με ξέρεις μετά από αυτές τις δύο μέρες".
"Τι πράμα, ποιες δύο μέρες;" είπε φανερά ξαφνιασμένος στην γυναίκα που έβλεπε για πρώτη φορά μπροστά του.
"Άντε και Γαμήσου ηλίθιε". είπε η ξένη γυναίκα και έφυγε.
Ο Ορέστης της φώναξε καθώς απομακρυνόταν "μισό, περίμενε μισό λεπτό, για ποιες δύο μέρες λες;" και έκανε να σηκωθεί για να την προφτάσει πριν φύγει από το μπαρ.
Αλλά εκείνη την στιγμή η Σούζι αγκάλιασε το πόδι του και έσκυψε και τον φίλησε στα σκέλια.
"Τι κάνεις εκεί;"
Και τότε η Σούζι του χαμογέλασε και ξεκίνησε να του χαϊδεύει τα γεννητικά όργανα.
Ο Ορέστης αμέσως έκατσε ξανά στην καρέκλα του και προσπάθησε να σταματήσει την Σούζι για να προλάβει την γυναίκα που μόλις τον έβρισε.
Η Σούζι όμως όχι μόνο δεν σταμάτησε αλλά άρχισε να τον φιλάει στον λαιμό και μετά στο στόμα μέχρι που ο μάνατζερ του Ντέμη Ρούσου πρότεινε διακόπτοντας τους: "Δεν πάμε καλύτερα σπίτι μου, είναι δυο τετράγωνα πιο κάτω".
"Ναι, ναι πάμε," είπε ενθουσιασμένος ο Γιαννάκης που ακόμα λίγο και θα γαμούσε την Τζορτζια στο μπαρ.
"Ας πιούμε και το τελευταίο μας σφηνάκι" είπε ο Όλιβερ και γέμισε ξανά τα ποτήρια.

Με το που ήπιαν το σφηνάκι ο Όλιβερ σηκώθηκε πρώτος ένα εκατοστάευρο στο τραπέζι. "Επιτρέψτε μου" είπε "να κεράσω εγώ τους συμπατριώτες του Ντέμη Ρούσου".
Ο Ορέστης σηκώθηκε αμέσως μετά και προσπάθησε να εντοπίσει την ξένη γυναίκα που του μίλησε πριν από λίγο... τίποτα όμως είχε ήδη εξαφανιστεί. "Λες να έχει να κάνει με τις μέρες της αμνησίας μου διερωτήθηκε."Πουν την να γαμώτο, έφυγε."

Ο Γιάννης τον άρπαξε από την ωμοπλάτη καθώς έψαχνε την ξένη γυναίκα και του είπε στο αυτί ενθουσιασμένος "Θα κάνουμε παρτούζαααα με τον μάνατζερ του Ντεμη Ρούσου."
Ο Ορέστης δεν απάντησε παρα έμεινε να ψάχνει την γυναίκα στον χώρο που είχε ήδη φύγει.

(συνεχίζεται)

 

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Ορεστειάδα-5

Στον Ορέστη άρεσε πολύ το αεροδρόμιο, θεωρούσε ότι ήταν ένας χώρος που μπερδεύονταν με τον πιο ουσιαστικό τρόπο η Αρχή και το Tέλος, έτσι δηλαδή όπως αντιλαμβανόταν το ανθρώπινο μυαλό, την Αρχή και το Τέλος.
Ήξερε πολύ καλά πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος παρά μόνο μια ευθεία, μακρινή και αδιάκοπη γραμμή που σε κάποια σημεία της γίνεται λίγο πιο έντονη και σε άλλα άχρωμη και αμυδρή.
Σ' αυτή την περίοδο της ζωής του, παρόλα τα περίεργα που του συνέβαιναν ένοιωθε ότι ήταν μια πολύχρωμη και όλο δυναμική περίοδος που θα τον έπαιρνε παρακάτω.

Μπήκε στο αεροπλάνο, η θέση του ήταν δίπλα από ένα παράθυρο. Του άρεσε να ταξιδεύει δίπλα από παράθυρο, γιατί εκεί δεν σε ενοχλεί κανένας ενοχλητικός επιβάτης που γουστάρει να κατουράει σε ύψος τεσσάρων χιλιάδων μέτρων.
"Αλλά ας μην είμαι τόσο απαισιόδοξος" σκέφτηκε. "Μπορεί να κάτσει κάτι πολύ ενδιαφέρον δίπλα μου.. Κανένας διάσημος, καμιά μοντέλα.." Τις σκέψεις του τις διέκοψε μια ενοχλητική ανδρική φωνή με γυναικεία χροιά "Γιάννης Γεωργιάδης."
Γύρισε και είδε ένα νεογιάπη με κουστούμι να στέκεται από πάνω του και να επαναλαμβάνει δίνοντας το χέρι του στον Ορέστη "Γιάννης Γεωργιάδης, διευθυντής τμήματος μάρκετινγκ στην εταιρία Show Biz".
Ο Ορέστης ξεροκατάπιε, δεν πίστευε στα μάτια του, θα πετούσε τέσσερις ώρες μαζί με ένα ανέραστο καπιταλόσκυλο.
Του έδωσε δειλά το χέρι του και είπε ένα ξερό "Ορέστης". Αμέσως πήρε το περιοδικό που είχε στο πίσω μέρος του καθίσματος που βρισκόταν μπροστά του, για να δείξει στον κουστουμοφόρο συνεπιβάτη του, ότι δεν είχε όρεξη για κουβέντα.
"Πρώτη φορά πας Βρυξέλλες", προσπάθησε ο Γιάννης να του αποσπάσει την προσοχή από το περιοδικό
"Ναι" απάντησε αυστηρά ο Ορέστης.
"Αλήθεια;" συνέχισε ο ενοχλητικός συνεπιβάτης "εγώ πηγαινοέρχομαι μπορεί και μια φορά τον μήνα. Και γιατί πας; Για διακοπές ή για επαγγελματικούς λόγους."
"Για διακοπές" απάντησε ξανά μονολεκτικά ο Ορέστης.
"Εγώ δουλεύω εδώ και τρία χρόνια στις Βρυξέλλες, αν θες καμιά συμβουλή για οτιδήποτε, μπορείς να με ρωτήσεις. Είμαι διευθυντής στο τμήμα μάρκετινγκ της διαφημιστικής εταιρίας "Show biz" και αναλαμβάνουμε δουλειές για όλη την Ευρώπη, ακόμα και από Αμερική μας στέλνουν κάποια πρότζεκτ. Για να καταλάβεις τις διαφημίσεις των Mcdonalds και της Coca-cola στην Ευρώπη εμείς τα έχουμε αναλάβει." είπε μεγαλόφωνα με μια υποβόσκουσα περηφάνια ο Γιάννης.

Ο Ορέστης δεν απάντησε αρκέστηκε στο να κουνήσει θετικά το κεφάλι.
Το αεροπλάνο ξεκίνησε τις μηχανές και οι ελπίδες του Ορέστη ότι ένας τρίτος επιβάτης θα έρθει να καθίσει δίπλα στον Γιάννη έτσι που να απασχολείται μ'αυτον και να βρει την ησυχία του, εξανεμίστηκαν με τους έλικες του αεροπλάνου που ξεκίνησαν να στριφογυρίζουν.

Τύπους σαν τον Γιάννη που πιστεύουν ότι κρατούν το Θεό από τα αρχίδια πρέπει να τους τσαλακώνεις τον εγωισμό, " σκέφτηκε ο Ορέστη και είπε να πάρει την συζήτηση στα χέρια του
"Δεν μου λες γιατί πηγαινοέρχεσαι Βρυξέλλες -Ελλάδα; Μουνί θα είναι σίγουρα ο λόγος."
Ξαφνιασμένος ο γιάπη από την λέξη που χρησιμοποίησε  ο θρασύς συνομιλητής του, του απάντησε κάπως αμήχανα "εδώ στην Ελλάδα έχω κάτι πολύ ενδιαφέρον, είναι η Μαρία".
"Πόσο καιρό βγαίνετε μαζί;"
"Δύο χρόνια".
"Είσαι ερωτευμένος;" ήρθε άλλη μία ξαφνική ερώτηση για τον Γιαννάκη.
"Μα φυσικά άμα δεν ήμουν θα πηγαινοερχόμουν Ελλάδα-Βρυξέλλες."
"Καλά, τι έρωτας είναι αυτός που αρκείται στο να βλέπει τον άλλο μια φορά τον μήνα. Αυτός είναι ο ορισμός του συμβιβασμού άρα όχι έρωτας. Ο έρωτας αγαπητέ μου φίλε είναι η απόλυτη παράδοση χωρίς καμιά επιφύλαξη. Αν ήσασταν πραγματικά ερωτευμένοι θα ήσασταν στον ίδιο χώρο".
"Κοίτα δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα," έκανε να δικαιολογηθεί ο Γιάννης. "Έχουμε και οι δύο καλές δουλειές και δεν μπορούμε να τις παραστήσουμε.
"Και πόσο θα πάει αυτό, δεν μου λες; Για πόσο ακόμα θα θυσιάζει την ζωή σου για την δουλειά;" Είπε ο Ορέστης με ένα ύφος λες και νοιαζόταν πραγματικά για την προσωπική ζωή του συνταξιδιώτη του.
"Είπαμε πως αν είμαστε μαζί για άλλο ένα χρόνο θα παντρευτούμε.

"Είσαι σίγουρος για τον γάμο; Θέλεις δηλαδή να ζήσεις την υπόλοιπη σου ζωή μ' αυτή την γυναίκα"
συνέχισε αδιάκριτα ο Ορέστης
"Φυσικά"
"Καλά δεν νομίζεις ότι θα σου λείψει η εργένικη ζωή"
"Φιλαράκι μου, άμα ζήσεις πολλά στην ζωή σου σαν εργένης, τότε χορτάτος δέχεσαι να ζήσεις την υπόλοιπη σου ζωή με μια γυναίκα", είπε με μια αηδιαστική σιγουριά ο Γιάννης το καπιταλόσκυλο.

Και τότε ο Ορέστης θέλοντας να σοκάρει και άλλο τον σίγουρο Γιάννη ρώτησε: "Παρτούζα έκανες όσο ήσουν εργένης;"
Ο Γιάννης απάντησε με ένα αμήχανο, χαμηλόφωνο "όχι".
"Ε καλά πως έζησες τότε σαν εργένης άμα δεν έκανες παρτούζα." συνέχισε ο ενοχλητικός πλέον Ορέστης.
"Μα εγώ ποτέ δεν ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο."
"'Ασε μας ρε Γιαννάκη που δεν ήθελες να ζουλίσεις τέσσερά βυζιά αντί δύο και να γλείψεις δύο μουνιά αντί ένα".
Ο Γιάννης έμεινε σιωπηλός
"Ο Ορέστης όμως προσβεβλημένος από γλωσσοδιάροια" συνέχισε "Πιστεύεις στην μοίρα;"
"Ναι" απάντησε μονολεκτικά ο Γιάννης αυτή την φορά αφού ένοιωθε ότι κάθισε με ένα έκφυλο νεαρό.
"Ε τότε αδερφέ δεν έχεις παρα να σκεφτείς ότι δεν είναι τυχαία η συνάντηση μας σ'αυτο το αεροπλάνο.. Ίσως να είναι θείο σημάδι για να σκεφτείς κάποια πράγματα."

Ο Γιάννης δεν ήθελε να συνεχίσει αυτού του επιπέδου την συζήτηση έτσι έμεινε σιωπηλός.
Ο Ορέστης ικανοποιημένος μ' αυτό που κατάφερε, γύρισε προς το παράθυρο και περιεργαζόταν τα σύννεφα μέχρι που τον πήρε ο ύπνος.

Όταν ξύπνησε το αεροπλάνο τους είχε ήδη προσγειωθεί στις Βρυξέλλες. Σχεδόν όλοι οι επιβάτες ήταν όρθιοι και μάζευαν τα πράγματα τους από τα ντουλαπάκια πάνω από τις θέσεις τους, το ίδιο και ο Γιάννης ο οποίος μόλις πρόσεξε ότι ο Ορέστης ήταν ξύπνιος, του είπε:
"Χάρηκα Ορέστη για την γνωριμία! Αυτός είναι ο αριθμός μου και του έδωσε την κάρτα του. Κάνε μου μια αναπάντητη να έχω και εγώ τον δικό σου για να πάμε για κανένα καφέ όσο καιρό θα είσαι εδώ."
Ξαφνιασμένος ο Ορέστης σχημάτισε τον αριθμό του Γιάννη και τον κάλεσε.
Μάζεψε τα πράγματα του, βγήκε από το αεροπλάνο, πήρε το λεωφορείο για το κέντρο της πόλης όπου ήταν και το φτηνό ξενοδοχείο που έκλεισε από το ίντερνετ. Άφησε τα πράγματα του στο ξενοδοχείο και βγήκε στην πόλη. Βρισκόταν εκεί για κάποιο λόγο και έπρεπε να τον ανακαλύψει. Γιατί Βρυξέλλες και όχι οποιαδήποτε άλλη πόλη της Ευρώπης;
"Το καλό που του θέλω του εαυτού μου να έχει κάποιο καλό λόγο που με έφερε εδώ." σκέφτηκε και μπήκε στο πρώτο μπαρ που συνάντησε. Έκατσε στο μπαρ παρήγγειλε μια βελγική μπύρα και πριν προλάβει η γκαρσόνα να του την φέρει χτύπησε  το τηλέφωνο του. Κοίταξε την οθόνη και ήταν ένας Βελγικός αριθμός.
"Παρακαλώ" είπε δειλά στο τηλέφωνο"
"Ελα Ορέστη, Γιάννης Γεωργιάδης εδώ, Άφησε ότι και αν κάνεις και έλα στην Γκραντ πλας, δεν είναι δύσκολο να την βρεις είναι στο κέντρο της πόλης."
"Τι έγινε ρε Γιάννη; Γιατί να έρθω εκεί, τρέχει κάτι;"
"Φιλαράκι έλα που σου λέω και δεν θα το μετανιώσεις. Είμαι με δύο Τζαμαικανές που ψάχνουν δύο άντρες για όργιο. Έλα σου λέω!

(συνεχίζεται)

Η φωτογραφία ανήκει στο http://noizinlullabies.blogspot.com/





Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Η επανάσταση του Μικροαστού (4)

Στη Τουαλέτα

"Ρε Μαλάκα κάτι σοβαρό συμβαίνει εδώ.. Ή σε ξεκώλιασαν αυτές τις μέρες η γίνεσαι κερασιά!"
"Ορέστη δεν μας τα λες καλά.. Από πότε έγινες πισωγλέντης;"
"Ρε παιδιά είναι σοβαρό αυτό, κάτι πάει λάθος με όλο μου τον οργανισμό.. χέζω κεράσια, νομίζω πρέπει να πάω σε γιατρό," είπε ο Ορέστης σκουπίζοντας τον κρύο ιδρώτα που τον έλουζε.
"Με ποια κερασιά γαμήθηκες;" συνέχισε αδιάφορα ο Μήτσος.
"Σταμάτα ρε φίλε δεν βλέπεις ότι είναι σοβαρά τα πράγματα;"
Πάμε έξω και εδώ είναι αηδία," τους διέκοψε η Άννα.
Μόλις βγήκαν από την τουαλέτα η Άννα πρότεινε:
"Θες να πας στον ομοιοπαθητικό που πάω; Είναι κανονικός παθολόγος."
"Ελα αρχίσαμε την εναλλακτική ιατρική.." φώναξε ο Μήτσος από την τουαλέτα όπου έμεινε να χαζεύει τα κεράσια του Ορέστη.
"Ρε Άννα δεν νομίζεις πρέπει να επισκεφθώ κανένα άλλο γιατρό..;
"Ο συγκεκριμένος συνδυάζει ψυχιατρική και ομοιοπαθητική, πίστεψε με είναι πολύ καλός, μπορεί να είναι λίγο τρελός αλλά πραγματικά πιστεύω πως θα σε βοηθήσει..
"Λες;"
"Πες μου σε ποιο γιατρό θα πας και θα του πεις ότι χέζεις κεράσια και θα σε πάρει στα σοβαρά;"
"Να τα βγάλω φωτογραφία", πρότεινε ο Ορέστης
Εκείνη την στιγμή άκουσαν το καζανάκι της τουαλέτας και είδα τον Μήτσο να βγαίνει και να λέει: "τι αηδία είναι αυτή Θεέ μου."
Έμειναν και οι δύο να τον κοιτάνε "τράβηξες το καζανάκι με τα σκατά του Ορέστη;" ρώτησε η Άννα.
"Φυσικά!" είπε ο Μήτσος "τι τα θέλατε να τα πάρετε σπίτι;"
"Πάρε τηλέφωνο τον γιατρό σου" είπε αμέσως ο Ορέστης στην Άννα "και πες του αν μπορεί να με εξετάσει σήμερα."
Αμέσως η Άννα σχημ'ατισε τον αριθμό και απομακρύνθηκε για να μιλήσει με τον γιατρό.Επέστρεψε σε πολύ λίγο "Ορέστη σε μια ώρα μου πε να είσαι εκεί!"

Στο Γιατρό

Στο Ιατρείο, έπαιζε μια απαλή μουσική που χάιδευε στον καθένα την κρυφή πίστη ότι σ'ασυτό τον χώρο, με αυτό τον γιατρό θα βρει την πνευματική γαλήνη που αναζητά.
"Οι μεγαλύτεροι εκμεταλλευτές των ανθρώπινων ψυχών, οι ψυχίατροι" σκέφτηκε ο Ορέστης, "ένας ψυχίατρος επιβεβαιώνει τους φόβους που έχει κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, τις ανησυχίεςπου νοιώθει ο καθένας που ζει σ' αυτό τον κόσμο. Ο άνθρωπος που ο ίδιος είναι φύση είναι μακρυά απ'την φύση, αυτό είναι το πρόβλημα".
Φυσικά τώρα αυτός έχεζε κεράσια.. και ένοιωθε ότι δεν μπορούσε να του δώσει καμιά λογική εξήγηση..

Ο Γιατρός φορούσε κάτι μεγάλα γυαλιά θολά λες και είχε κανένα μήνα να τα σκουπίσει. Φαλακρός αλλά με μεγάλα σγουρά μαλιά που έδιναν όγκο γύρω από τους κρόταφους του λες και φορούσε καρναβαλίστικη περούκα.. Τον κοίταξε εξεταστικά από πάνω ως κάτω και είπε.. για πες μου τι συμβαίνει Ορέστη;
"Από που να ξεκινήσω τώρα" έκανε να αστειευτεί ο Ορέστης.
"Από την αρχή" πήρε μια καθόλα σοβαρή απάντηση.
Έτσι ο αφοδέυων κεράσια ξεκίνησε από την ημέρα παραίτησης του, του είπε πως αφού τα βρόντηξε και έφυγε από την δουλεία ξεκίνησε να πίνει λες και  δεν θα υπήρχε αύριο. Από την ημέρα που παραιτήθηκε έπαθε μια μίνι αμνησία και δεν μπορούσε να θυμηθεί τι έγινε τις δύο μέρες που ακολούθησαν. Το μόνο που θυμόταν ήταν να πίνει σε ένα μπαρ, να συμμετέχει σε ομαδικό έρωτα και να κατουράει μες τον κάλαθο της κουζίνας. Ενώ πριν καμιά ώρα είχε αφοδεύσει τρία άθικτα κεράσια με το κοτσανάκι τους.
Και τότε ο τρελογιατρός λες και δεν άκουσε την περιγραφή του Ορέστη είπε "Πολύ ενδιαφέρον! Πες μου όμως τι σου αρέσει να τρως από λαχανικά."
"Μ'άρέσει η τομάτα, το αγγουράκι, το καρότο.."
"Το καρότο και το αγγούρι..  πολύ ενδιαφέρον για συνέχισε"
"το μαρούλι και το ρεπανάκι"
"Το ρεπανάκι ώστε;" είπε ενθουσιαμένος ο γιατρός. "Η μπανάνα σ' αρέσει Ορέστη;"
"Ναι μ'αρέσει και η μπανάνα"
"Και τι άλλο από φρούτα;"
"Γιατρέ τι σχέση έχουν όλα αυτά;" διαμαρτυρήθηκε ο Ορέστης.
"Όλα έχουν σχέση αγαπητέ Ορέστη. Συνεργάσου σε παρακαλώ και μην εμποδίζεις το έργο του γιατρού σου."
Σώπασε τότε ο Ορέστης σαν υπάκουος ασθενής και προσπάθησε να μην παρενοχλεί το έργο του γιατρού του.
"Για πες μου τώρα τι σχέση έχεις με την μάνα σου."
Καλή σχέση έχω με την μάνα μου, τίποτα το ιδιαίτερο.
"Με τον πατέρα σου;"
"Καλή και με τον πατέρα μου"
"Έχεις αδέρφια;"
"Γιατρέ χέζω κεράσια.." έκανε να τον υπενθιμίσει ο Ορέστης.
Και τότε ο Γιατρός σηκώθηκε με μια απότομη κίνηση από την καρέκλα, χτύπησε το χέρι του στο γραφείο του και φώναξε "Κωλόπαιδα όλοι σας δεν σέβεστε τίποτα πλέον, όυτε την την επιστήμη, ούτε τους μεγαλύτερους σας. Μας το είπες κύριε Ορέστη ότι χέζεις κεράσια τι θέλεις να σου δώσω και έυσημα γι'αυτό; Και εγώ χέζω ροδάκινα."

Ο Ορέστης σάστισε.. δεν ήξερε πως να αντιδράσει.. "Γιατρέ γι'αυτο ήρθα. επειδή έχω ένα πρόβλημα."
Ο Γιατρός πήρε μια βαθιά ανάσα τράβηξε ένα χαρτί από τα χαρτιά του και όρθιος όπως ήταν εσκυψε και έγραψε μια συνταγή για αναλύσεις. "Πηγαινε κάνε αυτές τις αναλύσεις και μετα έλα ξανά να σε εξετάσω.
Ο Ορέστης ξαφνιασμένος από την συμπεριφορά του γιατρού πήρε το χαρτί και έφυγε. Στο δρόμο για το σπίτι προσπαθούσε να συνηδειτοποιήσει τι έγινε, Σκέφτηκε ότι ίσως να κοιμόταν ακόμα και δεν μπορόυσε να ξεχωρήσει το όνειρο από την πραγματικότητα.

Πήγε σπιτι να χαλαρώσει και να σκεφτεί τι του συνέβαινε. 'Εστριψε ένα τσιγάρο, άνοιξε τον υπολογιστή και από κεκτημένη ταχύτητα μπήκε στο email του..
Είχε μια πρόσκληση απο τις Αυστριακές αερογραμμες που τον καλούσε να κανεί τσεκ ιν online για μια πτηση που πετούσε απο Αθήνα-Βρυξέλλες.
"Τι σκατα συμβαίνει πάλι; Πότε έκλεισα εισητήριο;" διερωτήθηκε. Ήταν ένα εισιτήριο για Βρυξέλλες χωρίς επίστροφή. Η ώρα έφτανε 8 το βράδυ και η πτήση του ήταν για τις 12 τα μεσάνυχτα, έιχε μόνο 4 ώρες μπροστά του. Πήρε τον Μήτσο τηλέφωνο.
"Έλα ρε φίλε πως πήγε;" ρώτησε ο Μήτσος μόλις απάντησε το κινητό του.
"Άσε ο Γιατρος είναι για τρέλαδικο.. σε ψυχασθενή μ' έστειλε.."
"Τι σου είπε δηλαδη;"
"Μαλακίες, μην το ψάχνεις.. για άλλο σε παίρνω."
"έγινε τιποτα καινούργιο;"
"Πετάω για Βρυξέλλες σε 4 ωρες και πήρα να σου πω μην με ψάχνεις."
"τι λες ρε γιατι;"
"Έκλεισα εισητήριο τις μέρες που έπαθα αμνησία.."
"Και θα πας;"
"Φυσικά και θα πάω.. μου φαινεται πως μόνο έτσι θα ξεκαθαρίσω τι έγινε αυτές τις μέρες."

(συνεχίζεται)





Η φωτογραφία ανήκει στον Στέλιο Καλλινίκου http://www.stelioskallinikou.com/

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Η κουράδα του Μικροαστού (3)

"Παρακαλώ"
"Ναι Μήτσο, τι κάνεις η Άννα είμαι" ακούστηκε μια λαχανιασμένη φωνή από το ακουστικό,  "σε παίρνω μήπως και ξέρεις τίποτα για τον Ορέστη, πάνε τώρα δυο μέρες που τον ψάχνω.."
"Ναι.. τυχαίνει να είμαι μαζί του αυτή την στιγμή, θες να του μιλήσεις;"
"Αχ, ναι μωρέ αν γίνεται να του μιλήσω λίγο."
Πήρε το τηλέφωνο ο Ορέστης σχεδόν τρομαγμένος.
"Ναι."
"Έλα Ορέστη τι γίνεται;"
Καλά είμαι εσύ;"
"Κοίτα σε ψάχνω εδώ και δύο μέρες αλλά έχεις κλειστό το κινητό σου. Ήθελα να σε ρωτήσω μπας και άφησα το αντίγραφο του πτυχίου μου στο σπίτι σου.. Έψαξα παντού και δεν μπόρεσα να το βρω πουθενά. Άμα βρεις χρόνο να ψάξεις και εσύ στο σπίτι σου."
"Μόνο γι' αυτό με θέλεις..;"
"Γιατί άλλο; Με θες εσύ για κάτι;" ρώτησε αμέσως η Άννα.
"Όχι καλέ τι να σε θέλω.." απάντησε αμήχανα ο Ορέστης
"Ρώτησε την ρε ηλίθιε!" είπε ψιθυριστά αλλά με ένταση ο Μήτσος που ήταν δίπλα του.
Και ο Ορέστης βλέποντας τον φίλο του να χτυπιέται μπροστά του θέλοντας να τον βγάλει από την αμηχανία πρόσθεσε: "Θα πάμε για καφέ με τον Μήτσο στου Γιάννη.. έλα να σε δούμε."
"Καλά θα περάσω για λίγο.."
"Έγινε, τα λέμε εκεί." είπε Ορέστης και έκλεισε το τηλέφωνο
"Γιατί δεν την ρώτησες για χθες βράδυ;" φώναξε ο Μήτσος μόλις έκλεισε το τηλέφωνο.
"Δεν μπορούσα απ' το τηλέφωνο, θα την ρωτήσω στον καφέ.  Έλα ξεκινάμε γιατί χρειάζομαι επειγόντως καφεΐνη."

Στου Γιάννη
"Ρε Γιάννη θυμάσαι να έκανα τίποτα περίεργα την πέμπτη που ήρθα εδώ"
"Όχι ρε αδερφέ τίποτα το ιδιαίτερο." είπε ο καφετζής με την σιγουριά ενός αστροφυσικού που μιλάει για την σελήνη.
"Είπα τίποτα περίεργα, σκέψου λίγο" επέμεινε ο Ορέστης.
'Τις συνηθισμένες μαλακίες τσαμπούναγες για τον ελεύθερο έρωτα και τη σεξουαλική απελευθέρωση."
"Μόνο αυτά; Δεν είπα κάτι ενδιαφέρον;"
"Α και ότι πάει ένας μήνας από την τελευταία φορά που έχει να πηδήξεις. Γιατί ρωτάς όμως, έγινε κάτι."
"Παρτούζες έγιναν" πετάχτηκε ο Μήτσος όπως τον Φάντη μπαστούνι.
Τι έγινε;" ξαναρώτησε ο Γιάννης ενθουσιασμένος.
"Μην ακούς τον Μήτσο μαλακίες λέει, μια μίνι αμνησία έπαθα και προσπαθώ να ανακαλύψω τι έκανα αυτές τις δύο μέρες."
Όπως και να έχει φερε μου ένα μέτριο με λίγο γάλα μέχρι να έρθω από την τουαλέτα."είπε ο Ορέστης και έφυγε κατευθείαν για την τουαλέτα με ένα πόνο στην κοιλιά και μια περίεργη αναγούλα."
Πήγε στην τουαλέτα έκατσε στο καθίκι και έχεσε. Αμέσως του πέρασε ο κοιλόπονος. Σηκώθηκε, σκουπίστηκε και κοίταξε την λεκάνη να δει την κουράδα που με το που την έχεσε ξαλάφρωσε. Αυτό που είδε τον σόκαρε,  έχεσε μια κιτρινωπή μακρυά κουράδα που στην μέση της ξεχώριζαν τρία ανέγγιχτα κεράσια με το τσαμπί τους. Έχεσε μια κουράδα κιτρινωπή με τρία κεράσια στην μέση της. Τα κεράσια φαίνονταν φρέσκα και δροσερά και τελείως ανέπαφα απ' το πεπτικό σύστημα του οργανισμού του.
Τρομαγμένος ο Ορέστης βγήκε τρέχοντας από την τουαλέτα να βρει τον Μήτσο. Στο μεταξύ είχε έρθει και η Άννα και μόλις εμφανίστηκε ο Ορέστης τον ρώτησε: "Τι έγινε ρε Ορέστη ξεκίνησες τις παρτούζες;"
Ο Ορέστης γύρισε φανερά ενοχλημένος στον Μήτσο
"Της το είπες;"
"Για να μάθουμε τι συμβαίνει ρε φίλε."
"Αγοράκι μου" συνέχισε η Άννα αν δεν παράτήσεις τις τσόντες θα σαλέψεις."
"Παιδιά" τους διέκοψε ο Ορέστης, "νομίζω ότι έγινε κάτι σοβαρό αυτές τις μέρες δεν είναι όλα όνειρο.. πρέπει να δείτε τι έχεσα."
"Άσε μας ρε Ορέστη που θα αναλύσουμε και το σκατό σου τώρα."
"Το σκατό μου νομίζω μπορεί να με βοηθήσει να καταλάβω τι έγινε αυτές τις μέρες. Ελάτε σας παρακαλώ." είπε έντρομος ο Ορέστης.
Σηκώθηκαν και οι δύο και κατευθύνθηκαν προς την τουαλέτα για να δουν την Ορέστεια κουράδα.

(συνεχίζεται)



Η φωτογραφία είναι του Στέλιου Καλλινίκου http://stelioskallinikou.tumblr.com/#8

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Η (επ)ανάσταση του Μικρουαστού (2)

Ξύπνησε από τον θόρυβο που ερχόταν από τον δρόμο, η ώρα είχε πάει έντεκα και έξω ο κόσμος είχε πάρει την κανονική του ροή. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το ταβάνι, ήταν ζαλισμένος και προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει που βρισκόταν. Ένοιωθε πως ξύπνησε από λήθαργο. Σιγά σιγά του έρχονταν στο νου πράματα που έγιναν χθες.. λες και τα είχε δει στον ύπνο του. Δεν ήταν σίγουρος αν ήταν όνειρα αυτά που θυμόταν ή σκηνές από το προηγούμενο βράδυ.
Ονειρεύτηκε ότι ήταν με την Άννα γυμνός σε ένα κρεβάτι και δίπλα τους διάφορα άλλα ζευγάρια έκαναν σεξ, της μιλούσε για τον ελεύθερο έρωτα και προσπαθούσε να την ανάψει για να συμμετέχουν και εκείνοι στο ομαδικό σεξ. Αυτή τσαντιστηκε τον έβρισε και έφυγε.
Μα που ήταν; πως βρέθηκαν εκεί; που βρήκε την Άννα;

Εκείνη την στιγμή άκουσε την πόρτα να χτυπάει
"Είσαι μέσα Καριόλη;"
Ήταν ο Μήτσος. Του άνοιξε.
"Που είναι το κινητό σου γιατί δεν απαντάς;"
"Τι μέρα είναι;" του απάντησε με ερώτηση.
"Σάββατο."Έχει δύο μέρες που σε ψάχνω, συνέβηκε κάτι;"
"Παραιτήθηκα απ' την δουλειά."
"Το κινητό σου γιατί δεν το απαντάς
"Το ξεφορτώθηκα"
"Και εγώ που νόμισα ότι έγινε τίποτα σοβαρό."
"Ξέρεις κάτι.. Νομίζω έγινε κάτι σοβαρό αυτές τις δύο μέρες."
"Δηλαδή;"
"Δεν Θυμάμαι τίποτα.. Το μόνο που θυμάμαι είναι να δίνω παραίτηση και να ξεκινάω να πίνω βότκα με πάγο."
"Πως γίνεται να μην θυμάσαι τίποτα;
"Τίποτα σου λέω.. μόνο κάτι σκορπισμένες εικόνες έχω στο μυαλό μου από αυτά που έγιναν, που μου φαίνονται περισσότερο σαν όνειρο."
"Για να καταλάβεις είδα όνειρο ότι έπαιρνα μέρος σε μια παρτούζα με την Άννα ή μάλλον πήρα μέρος σε μια παρτούζα αλλά δεν την θυμάμαι.."
Ο Μήτσος έσκασε στα γέλια "Ρε Μαλάκα σου πα να σταματήσεις να βλέπεις τσόντες."
¨Ρε φίλε σου λέω είμαι σχεδόν σίγουρος ότι συνέβηκε..
"Γιατί δεν την παίρνεις τηλέφωνο τότε;
"Εχει τρεις μήνες να μιλήσουμε από τότε που χωρίσαμε και θα την πάρω να την ρωτήσω αν χθες βράδυ έκανε παρτούζα μαζί μου;"
"Τι να σου πω. Τι άλλο θυμάσαι θυμάσαι από χθες..
"Να κατουράω μέσα στον κάλαθο της κουζίνας.. θυμάμαι να μην αντέχω να πάω στην τουαλέτα και να κατουράω εκεί."
Ο Μήτσος αμέσως σηκώθηκε για να τσεκάρει τον κάλαθο. "Καλά είσαι πολύ μαλάκας, έχεις κατουρήσει μέσα στον κάλαθο. Τι σκατά έκανες αυτές τις μέρες εσύ;"
"Ρε φίλε δεν ξέρω σου λέω.. και τα θυμάμαι πολύ αμυδρά σαν όνειρο. Λες  να έκανα παρτούζα με την Άννα;"
"Σκέψου τι άλλο θυμάσαι να κάνεις, που πήγες;
"Στου Γιάννη το μπαρ θυμάμαι να πηγαίνω..."
"Ε πάμε εκεί μήπως ξέρει τίποτα εκείνος."
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα του και το  κινητό του ξεκίνησε να χτυπάει.
Κοίταξε την οθόνη του κινητού.
"Ρε Ορέστη με παίρνει η Άννα.."

(συνεχίζεται)




Η φωτογραφία είναι του Δημήτριου Μωρίδη http://odeto8thart.blogspot.com/