Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

«Ιστορία Σεξουαλικότητας»

(Το διήγημα «Ιστορία Σεξουαλικότητας» έχει διακριθεί στο ευρωπαϊκό διαγωνισμό διηγήματος “Sea of Words” του IEMed (European Institute of Mediterranean) και θα συμπεριληφθεί στην 5η έκδοση του διαγωνισμού με τα 14 βραβευθέντα διηγήματα.)


Ανέπνευσε βαθιά και ξεκίνησε να διαβάζει:
«.. Οι αρχαίοι Έλληνες φρονούσαν ότι η ίδια η επιθυμία απευθύνεται σε καθετί που είναι επιθυμητό, είτε αυτό είναι αγόρι είτε κορίτσι...»
 Σήκωσε το κεφάλι του, τον κοίταξε και πρόσθεσε, «Είμαστε όλοι λάτρεις του ωραίου μπαμπά.. Δεν σου φαίνεται πολύ λογικό; Μας αρέσει αυτό που ικανοποιεί τις αισθήσεις μας.» Καθάρησε λίγο το λαιμό του και συνέχισε με στόμφο αυτή την φορά:
«...Θα πρέπει μάλλον να αναρωτηθούμε με ποιο τρόπο και με ποια μορφή η απόλαυση μεταξύ αντρών μπόρεσε να αποτελέσει πρόβλημα˙γιατί με λίγα λόγια ενώ επρόκειτο για μια πρακτική πολύ διαδεδομένη, έγινε εντούτοις αντικείμενο μιας ηθικής έγνοιας ιδιαίτερης και ιδιαίτερα έντονης σε βαθμό τέτοιο που να βρεθεί επενδυμένη με αξίες, επιτακτικές εντολές και...»

«Γεια σου, Γιώργο» τον διέκοψε η Άννα, η αδερφή του, που μόλις μπήκε μέσα στον θάλαμο. «Τι διαβάζεις στον μπαμπά;» «Γεια σου μπάμπα» απευθύνθηκε αυτή την φορά στον μπαμπά της η Άννα και του έπιασε το χέρι. Ο μπαμπάς όμως δεν σάλεψε. Ήταν τώρα μια βδομάδα που επέστρεψε ο Γιώργος από τις σπουδές του, μαζί με τον Όλιβερ, ένα συμφοιτητή του, αλλά ο μπαμπάς μετά την επιστροφή του γιου του έπαθε ξαφνικά εγκεφαλικό επεισόδιο και βρισκόταν στο γενικό νοσοκομείο εδώ και τρεις μέρες σε κατάσταση κώμα. 
«Δεν μου είπες τι διαβάζεις στον μπαμπά;» επανέλαβε η Άννα αφού δεν πηρε απάντηση. 
 «Την "Ιστορία της Σεξουαλικότητας" του Φουκώ» είπε ο Γιώργος κάπως συνεσταλμένα.. «Μ’αυτό που αναλύει την ομοφυλοφιλία;» ρώτησε η Άννα ξαφνιασμένη.
 «Ναι»
 «Είσαι με τα καλά σου; Διαβάζεις στον μπαμπά, Φουκώ;» 
«Ναι, γιατί όχι; Ο γιατρός άλλωστε είπε να του μιλάμε γιατί του κάνει καλό», διαμαρτυρήθηκε ο Γιώργος. 
«Ο γιατρός είπε να του μιλάμε, όχι να τον βομβαρδίζουμε με ιδέες που δεν μπορεί να αποδεκτεί. Γι’αυτό περνάς τόσες ώρες με τον μπαμπά; Του κάνεις σεξουαλική διαπαιδαγώγηση;»
 «Του λέω αυτά που έπρεπε να ξέρει ήδη».

 Ο μπαμπάς τους ο Κυρ Γιάννης ανήκε στην γενιά των Κυπρίων που μετά την Τουρκική εισβολή του 1974, έκανε λεφτά αφού δούλεψε σκληρά στις οικοδομές, δημιούργησε ένα επιτυχήμενο εργοτάξιο και ανέλαβε μεγάλες δουλειές. Άντρας βαρύς της παλιάς γενιάς, και όπως συνήθιζε να λέει κοροϊδευτικά: «γεμίσαμε από άρρωστους που πηδάνε αγοράκια». Ο Γιώργος και η Άννα ήταν τα μόνα παιδιά του Κυρ Γιάννη, αγαπημένοι και οι δύο του μπαμπά τους, μα ειδικότερα ο Γιώργος, ο μονάκριβος γιος του Κυρ Γιάννη που θα κρατούσε το όνομα και την επιτυχημένη επιχείρηση της οικογένειας. 
«Του λες δηλαδή ότι είσαι γκέι, τώρα που δεν μπορεί να σε ακούσει;» του επιτέθηκε η Άννα. 
«Ο Γιατρός μου είπε ότι μπορεί να ακούσει και να επεξεργαστεί τα πάντα». 
 «Ναι αλλά δεν μπορεί να αντιδράσει». 
«Ακριβώς! Γι’αυτό είναι ευκαιρία να ακούσει ότι είμαι πούστης και να το χωνέψει. Πούστης!» επανέλαβε ο Γιώργος χαιρέκακα σκύβοντας στο αυτί του μπαμπά του, για να είναι σίγουρος ότι το άκουσε.» 
«Έλα σταμάτα!» του είπε η Άννα και τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο. «Τι λες στον μπαμπά;» 

 Ο Γιώργος από τα δεκαπέντε του χρόνια είχε νοιώσει ότι η σεξουαλική του ταυτότητα τον καλούσε να την εξερευνήσει. Γι’αυτόν δεν ήταν όλα τόσο προφανή όπως έλεγε ο μπαμπάς του, δεν ήταν όλο το νόημα της ζωής του, «μια γυνάικα, μια οικογένεια, ένα σπίτι». Γι’αυτόν δεν ήταν ένα και ένα ίσον δύο, αλλά κάτι περισσότερο από αυτό. Στα είκοσι του χρόνια αφού έκανε και την στρατιωτική του θητεία που τον υποχρέωνε η Κυπριακή Δημοκρατία να κάνει, έφυγε από την Κύπρο για να σπουδάσει νομική στο Λονδίνο. Εκεί σ’αυτη την μεγάλη μητρόπολη της Δύσης ανακάλυψε και τον πραγματικό του εαυτό. Το Λονδίνο, τον δίδαξε το πιο σπουδαίο μάθημα της ζωής του, ότι η διαφορετικότητα είναι πλούτος και όχι καποιο κουσούρι ή κάποιο μειονέκτημα, όπως πίστευαν στην επαρχιακή πόλη όπου μεγάλωσε. Στο Λονδίνο κατάλαβε ότι είμαστε όλοι ίσοι μα και όλοι διαφορετικοί και ο καθένας από εμάς μοναδικός. Έτσι λοιπόν ο Γιώργος μέσα σε μια πόλη εκατομυρίων ανθρώπων, διαφορετικών μεταξύ τους, που κανένας δεν έκρινε κανένα για την εμφάνιση και την συμπεριφορά του, αντιλήφθηκε πως ο καθένας έχει την δικιά του αλήθεια και όχι την αλήθεια της κοινότητας του. Στο Λονδίνο, «απελευθερώθηκε» όπως συνήθιζε να λέει. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι η οικογένεια του δεν ήταν καθόλου απελευθερωμένη με οτιδήποτε δεν άρμοζε στα ήθη και τα πιστεύω της μικρής τους πόλης, και ειδικότερα ο πατέρας του που θεωρούσε την ομοφυλοφιλία αρρώστια του εγκεφάλου.

 «Και τώρα βρήκες να του το πεις που βρίσκεται σε κώμα.» τον επέπληξε πάλι η Άννα.
«Είμαι σίγουρος ότι θα το ξεπεράσει, είμαι σίγουρος ότι θα ξυπνήσει σύντομα...Ο λόγος που βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση δεν είναι σοβαρός. “Έτσι δεν είναι μπαμπά;”» πρόσθεσε ο Γιώργος.
 «Γιατί το λες αυτό;» 
«Ξέρεις τι, νομίζω; Ότι εγώ είμαι η αιτία που ο μπαμπάς είναι σε αυτή την κατάστασή» 
 «Τι εννοείς;»
 «Την μέρα που έπαθε εγκεφαλικό ήταν η τελευταία μέρα του Όλιβερ στην Κύπρο».
 «Δεν το πιστέυω,» επενέβη ξανά η Άννα «σας είδε; Δεν συμφωνήσαμε ότι δεν θα κάνετε τίποτα στην Κύπρο.» Η Άννα ήταν η μόνη που ήξερε όλη την αλήθεια για τον αδερφό της, το Γιώργο. Κανένας άλλος δεν γνώριζε ότι ο Γιώργος ήταν ομοφυλόφιλος και κανένας δεν γνώριζε ότι ο Όλιβερ που φιλοξένησαν τις προηγούμενες μέρες σπίτι τους δεν ήταν απλά ένας συμφοιτητής του Γιώργου αλλά ο σύντροφος του και ο συγκάτοικος του τα τελευτάια δύο χρόνια στο Λονδίνο.  

«Δεν κάναμε τίποτα εκτός από μια φορά που νομίζω μας είδε και ο μπαμπάς.» συννέχισε ο Γιώργος. «Ηταν η τελευταία νύχτα πριν φύγει ο Όλιβερ και καθώς ετοιμαζόμασταν να φύγουμε για το μπαρ, μέσα στο αυτοκίνητο εγώ και Όλιβερ φιλιθήκαμε. Μετά από ένα τέταρτο με πήρε τηλέφωνο η μαμά, ότι ο μπαμπάς έπαθε εγκεφαλικό. Έκει που βρήκαμε τον μπαμπά, σωριασμένο δίπλα από τη μεταξωτή κουρτίνα, στο παράθυρο του σαλονιού που βλέπει στον δρόμο, εκεί είναι το μόνο σημείο που μπορει να δεί κανείς τα αυτοκίνητα στον δρόμο από το σπίτι.» 
 Η Άννα δεν απάντησε.. έμεινε σκεφτική να βλεπει τον μπαμπά με ένα λυπημένο ύφος και προσθεσε μετα απο λίγα δευτερόλεπτα σιωπής: «καλά λένε ότι το σώμα μας αντιδρά όπως αντιδρά για να μην τρελαθούμε. Ο καημένος ο μπαμπάς ίσως να προτιμούσε να πέθαινε παρα να μάθει τέτοιο πράμα για τον κανακάρι του».
 «Ναι, αλλά δεν είναι νεκρός βρίσκεται σε κώμα», πρόσθεσε έντονα ο Γιώργος, «όλα γίνονται για κάποιο λόγο! Εσύ δεν μου το έλεγες αυτό; Ότι μας συμβαίνει, συμβαίνει για κάποιο λόγο. Είμαι πεπεισμένος πως αυτό συνέβηκε για να προσαρμοστεί με την ιδέα ότι ο γιος του είναι γκέι.» 
«Γι’αυτό του κάνεις διαλέξεις για την σεξουαλικότητα εδώ και δύο μέρες;» 
«Ναι, γιατί άμα είναι να κρύβομαι και να προκαλώ τόση αναταραχή σε εμένα και στους γύρω μου, καλύτερα να πω την αλήθεια».
 «Τέλοσπαντων, τα λέμε μετά αυτά, έρχεται η μαμά τώρα!» τον διέκοψε η Άννα.
 «Θα της το πω και αυτής» είπε ο Γιώργος. Εκείνη τη στιγμή μπήκε και η μάνα τους, κρατώντας μία πλαστική σακούλα με μπισκοτάκια απο το ζαχαροπλαστείο. 
«Τι θα πεις και σε εμένα Γιώργο» είπε και τους ξάφνιασε και τους δύο. Ο Γιώργος και η Άννα πάγωσαν, δεν απάντησε κανείς. Η μαμά τους η κυρά Λουκία μια βετεράνος νοικοκυρά που η μεγαλύτερη της απόλαυση ήταν οι σαπουνόπερες στην τηλεόραση και τα φινάλε των ριάλιτι, είχε ένα παρακλητικό βλέμα που δεν σου άφηνε επιλογή από το να ομολογήσεις όλη την αλήθεια.
 «Μαμα είμαι γκέι» είπε απότομα ο Γιώργος. 
«Τι είσαι;» ρώτησε την ώρα που προσπαθούσε να τοποθετήσει τα μπισκοτάκια στο κομοδήνο δίπλα από το κρεβάτι του μπαμπά. 
 «Γκέι» 
«Μάλιστα» είπε αδιάφορα και συννέχισε την προσπάθεια της να βάλει τα μπισκοτάκια κάπου στο κομοδήνο. 
«Μαμά» επεναίβηκε η Άννα, «άκουσες τι σου είπε μόλις τώρα ο Γιωργος;» Η Μαμα γύρισε και την είδε ατάραχη χωρίς να καταλαβαίνει τι συνέβαινε.
 «Μαμα είμαι γκέι», επανέλαβε ο Γιώργος. «Ο Όλιβερ που έμενε σπίτι μας είναι ο γκόμενος μου.» Η κυρα Λουκία έμεινε και τους έβλεπε αποσβολωμένη, λες και δεν μπορούσε να συλλάβει και να επεξεργαστεί την συγκεκριμένη πληροφορία. «Ειναι ομοφυλόφιλος μαμά, πως το λέτε, πούστης», πρόσθεσε η Άννα έντονα. 
Και τότε η Κυρά Λουκία λές και της πέταξαν στο πρόσωπο ένα κουβά νερό, είπε έντονα «Τι πράμα; Σσσιωπή μην σας ακούσει ο μπαμπάς σας! Σιωπή. Ότι έχετε να μου πείτε, να μου το πείτε μετά στο σπίτι. Όχι τώρα,όχι εδώ, όχι μπροστά στον μπαμπά σας.»


 

Δεν υπάρχουν σχόλια: