Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Ωτοστοπ

Οι άνθρωποι είναι όπως τα αυτοκίνητα στον αυτοκινητόδρομο, όλα κατευθύνονται κάπου, όλα έχουν τον δικό τους προορισμό. Κάποιες φορές όμως τα αυτοκίνητα παρόλο που έχουν διαφορετικό προορισμό, περνάνε τις περισσότερες φορές από τον ίδιο αυτοκινητόδρομο (συνήθως την εθνική οδό). Έτσι θα δεις πολλά αυτοκίνητα να κατευθύνονται μαζί προς την ίδια κατεύθυνση. Θα τα δεις το ένα να προσπερνάει το άλλο,το ένα να ακολουθάει το άλλο και πολλές φορές να πηγαίνουν στον αυτοκινητόδρομο με την ίδια ταχύτητα το ένα δίπλα στο άλλο. Σαν τους ανθρώπους ένα πράμα που τυχαίνει να συναντηθούν, να φλερτάρουν και να ερωτευτούν. Έτσι πολλές φορές και τα αυτοκίνητα στον αυτοκινητόδρομο "συναντιούνται" και "φλερτάρουν". Όταν όμως ερωτευτούν, τότε σαν κανονικοί άνθρωποι, οι οδηγοί αυτών των αυτοκινήτων σχεδιάζουν μαζί την πορεία τους από το σημείο που γνωρίστηκαν, έτσι που να συνεχίσουν να πηγαίνουν μαζί προς την ίδια κατεύθυνση. Κάποιοι τολμηροί οδηγοί μάλιστα, κατεβαίνουν από το αυτοκίνητο τους και συνεχίζουν με το αυτοκίνητο των άλλων μιας και πάνε προς την ίδια κατεύθυνση, θεωρούν ότι δεν χρειάζονται το δικό τους αυτοκίνητο και το αφήνουν στην άκρη  μπαίνοντας στο αυτοκίνητο του άλλου. Όταν όμως στην πορεία συνειδητοποιήσουν ότι θα ήθελαν να ακολουθήσουν άλλη κατεύθυνση από αυτή που ακολουθεί ο οδηγός του αυτοκινήτου που επιβιβάστηκαν... Τότε οι ακόμα πιο τολμηροί αφού αντιληφθούν ότι δεν γουστάρουν πλέον να πηγαίνουν προς αυτή την κατεύθυνση, κατεβαίνουν από το αυτοκίνητο και συνεχίζουν με τα πόδια κάνοντας ωτοστόπ.
 Γι' αυτό σας λέω την επόμενη φορά που θα δείτε κάποιον να κάνει ωτοστόπ στον αυτοκινητόδρομο σκεφτείτε το ξανά πριν του αρνηθείτε να τον πάρετε μαζί σας.. ΄ Ίσως να κατευθύνεται προς τον ίδιο προορισμό..


Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

Γιατι Βλάκας δεν είναι μόνο ο Γκούφης.

Από μικρός με ενοχλούσαν οι άνθρωποι που ήταν πιο έξυπνοι από το μπόι τους, αυτοί που πραγματικά το μυαλό τους έπαιρνε γρήγορες στροφές αλλά μόνο για ασήμαντα πράγματα. Αυτών που ο σκληρός τους δίσκος ήταν πραγματικά μεγάλος αλλά για το μόνο που τον χρησιμοποιούσαν  ήταν για να θυμούνται ένα σωρό μαλακίες που κάποιοι άλλοι τους είπαν ότι είναι σημαντικές. Μαλακίες που δεν είναι τίποτα περισσότερο από αριθμούς, βίδες και τεχνικές. Ανούσια, μικρά και καθόλου ευχάριστα αλλά για μεγάλα μυαλά.





Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Ορεστειάδα 8

"Ντύσου και φύγαμε" φώναξε ο Ορέστης άγρια κρατώντας τον λαιμό της μπουκάλας που θρυμμάτισε στο κεφάλι του Όλιβερ. Η Σούζι και η Τζιόρτζια τρομαγμένες από την επίθεση του Ορέστη έμεινα ακίνητες η καθεμιά στην γωνιά του καναπέ τους.

Έτσι τα δύο ελληνόπουλα άρπαξαν τα ρούχα τους και έφυγαν από το ρετιρέ. Κατέβηκαν τρέχοντας, τις σκάλες της πολυκατοικίας και βγήκαν έξω στο δρόμο τρομαγμένοι και αυτοί με ότι είχε συμβεί πριν λίγο.

Ο Γιάννης που από από ότι φαίνεται έκρυβε μέσα του ένα λανθάνοντα αθλητή έτρεχε να για να απομακρυνθεί όσο γρήγορα μπορούσε ενώ ο Ορέστης τον ακολουθούσε σε απόσταση αναπνοής ακριβώς πίσω του. Κανείς δεν μιλούσε, άλλωστε δεν υπήρχε λόγος να μιλήσουν, ένοιωθαν και οι δύο ότι έπρεπε να τρέξουν να σωθούν. Πέρασαν από κάποια στενά και μετά από ένα δίλεπτο τρελό τρέξιμο μέσα στα δρομάκια του κέντρου των Βρυξελλών βρέθηκαν μπροστά από ένα σταθμό της αστυνομίας. Μόλις είδε τον σταθμό ο Ορέστης φώναξε στον Γιάννη: "περίμενε λίγο που πας;
"Στους μπάτσους", είπε αυτός σε υπερένταση και με ένα ύφος όλο απορία για την ερώτηση.
"Για περίμενε ρε μαλάκα και τι θα τους πεις;"
"Αυτό που μόλις συνέβη!"
 'Οτι δηλαδή συμφώνησες με ένα μαύρο που φαινόταν νταβατζής και με δύο γυναίκες που φαίνονταν πουτάνες, να κάνεις παρτούζα , και αφού ήπιες όλη την μαύρη θάλασσα σε αλκοόλ και σνίφαρες και κόκα μετάνιωσες γιατί κατάλαβες ότι ο Όλιβερ ο μάνατζερ εννοούσε ότι θα συμμετείχε και αυτός στην παρτούζα και ότι θα σε γαμούσε κιόλας αν μπορούσε.

Ο Γιάννης έμεινε για λίγο σιωπηλός αλλά γεμάτος ταραχή. "Δεν το πιστεύω" μονολογούσε και χτυπούσε σπασμωδικά και πολύ γρήγορα την πάνω και κάτω σιαγόνα του, κρατώντας ταυτόχρονα το κεφάλι του. "Πως την πάτησα έτσι; Δεν το πιστεύω!".
"Έλα ηρέμησε" είπε ο Ορέστης και τον πήρε από τον ώμο.
"Μην μ'αγγίζεις" φώναξε στον Ορέστη. "Μην μ'αγγίζεις γιατί για όλα φταις εσύ και οι ηλίθιες ιδέες σου."

Ο Ορέστης αμέσως τραβήχτηκε πίσω και είπε: "Τουλάχιστον έλα να φύγουμε από τους μπάτσους."
Ο Γιάννης χωρίς να πει τίποτε, γύρισε την πλάτη στον Ορέστη και ξεκίνησε να απομακρύνεται από τον σταθμό. Ο Ορέστης τον ακολούθησε. Περπάτησαν για λίγο μαζί χωρίς να πουν τίποτα. Ο Γιάννης βάδιζε με ένα γοργό βηματισμό γεμάτος ένταση προφανώς εξαιτίας της σκόνης που είχε σνιφάρει πριν από λίγο. Και ο Ορέστης τον ακολουθούσε βαριεστημένα αφού ένοιωθε όπως ένα δεκάχρονο που προσπαθούσε να παρηγορήσει μάταια τον φιλαράκο του που έχασε τις καραμέλες του.

"Τι λες να πάμε για καμιά μπύρα σε κανένα μπαρ κάπου εδώ στο κέντρο;" πρότεινε ο Ορέστης προσπαθώντας να λυτρωθεί από το μεταμεσονύχτιο βάδην με γρήγορο ρυθμό που επέβαλε ο Γιαννάκης.
"Δεν μας κάρφωσε ο μαύρος αλλά φοβάμαι μην μας καρφώσουν τα τσιράκια του", είπε πάλι ο Ορέστης ακολουθώντας τον εξουθενωτικό ρυθμό του συνοδοιπόρου του.
"Και δεν μου λες", συνέχισε ο Ορέστης χωρίς να παίρνει καμιά απάντηση από τον Γιάννη: "Που σκατά βρήκες αυτόν τον μαύρο τον Όλιβερ που θα μας καρφοκώλιαζε και τους δύο στο παλιορετιρέ του".
Ο Γιάννης τότε για πρώτη φορά απάντησε με μια παράξενη ηρεμία.
"Δεν μου κάνεις την χάρη να με αφήσεις λίγο ήσυχο; να μου αδειάσεις την γωνία ρε αδερφέ; Πως το λέτε στο χωριό σου; Να πας στο διάολο."
Ο Ορέστης τότε απάντησε με ένα ξερό "'οπως θες" και έριξε ταχύτητα στον βηματισμό του έτσι ώστε να μπορεί να απολαύσει ένα νυχτερινό περίπατο στις Βρυξέλλες και να σκεφτεί. Ήταν από τους ανθρώπους που μπορούσε να σκεφτεί καλύτερα περπατώντας. Λες και με το να κινάει τα πόδια του οξυγονωνόταν ο εγκέφαλος του.

Κινώντας τα πόδια του κινούσε τα γρανάζια του σώματος του και μαζί κινούσε και τα γρανάζια του εγκεφάλου του. Κινώντας λοιπόν τα εσωτερικά γρανάζια του σώματος και της σκέψης του, προσπάθησε να ανακαλέσει στην μνήμη του τα κωμικοτραγικά περιστατικά που συνέβαιναν αυτές τις μέρες και από ότι φαινόταν κλιμακώνονταν με γοργούς ρυθμούς σαν ένα σενάριο κανενός βαρεμένου συγγραφέα που δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει από το να κάθεται και να σκαρφίζεται τραγελαφικά γεγονότα που παρασύρουν τον ήρωα του σε ένα τρελό αναποδογύρισμα ολόκληρου του κόσμου του.

Κάπου είχε διαβάσει ότι εμείς οι ίδιοι γράφουμε το δικό μας μυθιστόρημα με τις επιλογές που κάνουμε στην ζωή μας. Αλλά κατα πως φαινόταν τις τελευταίες μέρες κάποιος άλλος πήρε την πένα της δικής του ζωής και έγραφε ένα τρελό κεφάλαιο στην μέχρι τώρα ορθή και πειθαρχημένη ζωή του. Από που να ξεκινήσω σκεφτόταν.. Το κεράσι που έχεσα, το εισιτήριο για Βρυξέλλες, τις δύο μέρες που πνίγηκα στο αλκοόλ και δεν τις θυμάμαι, ή τον Γιάννάκη με τις μαύρες του και τον μαύρο του....

Με αυτές τις σκέψεις βρέθηκε σε ένα από τα λιθόστρωτα δρομάκια των Βρυξελλών, με κτίρια κατα μήκος του δρόμου στολισμένα με ανάγλυφα μοτίβα και σωστά δομημένα το ένα δίπλα στο 'αλλο όπως μια οδοντοστοιχία ενός εφήβου που φοράει σιδεράκια και βρίσκεται στο τέλος της θεραπείας του, με ίσια δόντια αλλά με τα ανεπιθύμητα μεταλλικά ακόμα πάνω στα δόντια του..
Στο τέλος αυτού του δρόμου είδε να κάθεται σε ένα παγκάκι η μεσογειακή μυστήρια γυναίκα που είδε στο μπαρ, η οποία τον χαιρέτησε, τον έβρισε και έφυγε.
Μόλις την είδε, την πλησίασε γρήγορα και ρώτησε:
"Ποια είσαι;"


(συνεχίζεται)

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Γιατί υπάρχουν βλάκες.





Υπάρχουν βλάκες, υπάρχουν και έξυπνοι.
 Οι δύο αυτές κατηγορίες χωρίζονται σε καλούς και κακούς.
Η διαφορά των έξυπνων από τους βλάκες είναι ότι οι πρώτοι μπορούν να επηρεάσουν τους δεύτερους. Έτσι όταν αυξάνονται οι έξυπνοι-κακοί αυξάνονται και οι βλάκες-κακοί και το αντίστροφο.

Συμπέρασμα κυνηγείστε τους έξυπνους για να σωθούμε εμείς οι βλάκες.












Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Του φούστη. (Ορεστειάδα 7)

Στο σπίτι του Μάνατζερ

Αν ο Μιγκ Τζάκερ είχε ρετιρέ στο κέντρο των Βρυξελλών θα ήταν σαν αυτό του Όλιβερ του Μάνατζερ.Ένα χλιδάτο ρετιρέ που από το τεράστιο σαλόνι έβλεπες ένα μεγάλο μέρος των Βρυξελλών και στο βάθος μπορούσες να διακρίνεις το Ατόμιουμ, αυτό το φουτουριστικό σύμβολο της πόλης.

"Καθίστε" τους είπε ο μάνατζερ δείχνοντας τους δύο άσπρους καναπέδες. Ο ίδιος πήγε στο μπάρ στην άκρη του σαλονιού εκεί οπου βρίσκονταν τα ποτά.
Ο Γιάννης κάθισε στον ένα καναπέ και ο Ορέστης στον άλλο και μαζί τους, οι δύο μαύρες καλλονές, μια για τον καθένα, βγαλμένες και οι δύο από την πιο τρελή τους φαντασίωση. Η Σούζι και η Τζόρτζια, δύο γυναίκες μυγάδες από την Τζαμάικα, όμορφες και σέξι και το πιο συγκλονιστικό έτοιμες να κάνουν άγριο σεξ μαζί τους, αλλά και με τον μαύρο μάνατζερ. Πάντα υπάρχει κάτι που μας χαλάει τις φαντασιώσεις μας, σ'αυτή την περίπτωση φαίνεται πως ήταν ο μάνατζερ, αλλά σίγουρα ήταν πολύ καλύτερος από ένα ξυπνητήρι που σε ξυπνάει στο αποκορύφωμα ενός καλού ονείρου. "Αγκάθι ο Μαύρος" είπε στα ελληνικά ο Ορέστης στον Γιάννη, για να μην γίνει κατανοητός από τους αλλοδαπούς φίλους τους. Ο Γιάννης όμως δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον του, παρα μόνο κοίταζε σαν αποχαυνωμένος την Τζόρτζια που κάτι προσπαθούσε να του πει σε σπαστά αγγλικά. Χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι ήθελε να του πει όρμηξε πάνω της και άρχισε να την φυλάει λίγο πιο πάνω από το στήθος κοντά στον λαιμό.

Η Σούζι μιμούμενη τον Γιάννη ξεκίνησε να χαιδεύει τον Ορέστη ενώ ο μάνατζερ επέστρεψε με ένα μπουκάλι τεκίλα και ένα ξύλινο σκαλιστό κουτί. Γέμισε πέντε σφηνάκια τεκίλα και τα προσέφερε σε όλους.
"Στην γνωριμία μας" είπε σηκώνοντας το σφηνάκι του.
Τον μιμήθηκαν όλοι και ήπιαν το σφηνάκι εκτός από τον Ορέστη που ορκίστηκε να μην ξαναπιεί τεκίλα μετά από την μίνι αμνησία που του προκάλεσε εκείνη η νύχτα με τεράστια κενά μνήμης που την ξεκίνησε με τεκίλα. Η Σούζι αφού ήπιε το σφηνάκι της άρχισε να φιλάει τον Ορέστη  με πάθος ενώ με τα χέρια της προσπαθούσε να του ξεκουμπώσει το πουκάμισο, αυτός ανταποκρίθηκε χαϊδεύοντας το στήθος της.
Άρχισε τότε η Σούζι να του δίνει ένα τόσο ρουφηχτό φιλί που λες και του έπαιρνε λίγο από την ζωή του. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα μάχης για το υπόλοιπο της ζωής του, ο Ορέστης κατάφερε να της ξεφύγει και να κοιτάξει προς τους υπόλοιπους της παρέας. Είδε τότε τον μάνατζερ να σχηματίζει πάνω στο τραπεζάκι μεταξύ των δύο καναπέδων, πέντε γραμμές από άσπρη σκόνη που έβγαλε από το ξύλινο σκαλιστό κουτί.
Με το που σχημάτισε τις γραμμές ο μάνατζερ έκανε νόημα στην Τζόρτζια δίνοντας της ένα τυλιγμένο εκατοστάευρω. Αυτή αμέσως πήρε το εκατοστάευρω και σνίφαρε μια από τις γραμμές. Σηκώνοντας το κεφάλι όλο ζωντάνια η Τζόρτζια τράβηξε τον Γιάννη να πλησιάσει το τραπέζι όπου βρίσκονταν πάνω οι γραμμές.Ο Γιαννάκης μη βλέποντας μπροστά του από την τύφλα του, πήρε το τυλιγμένο εκατοστάευρω και έκανε και αυτός μία γραμμή.
Έτσι έγινε και με τους υπόλοιπους της παρέας, το εκατοστάευρω συνέχισε τον κύκλο του μέχρι που έφτασε πάλι στο μάνατζερ ο οποίος όμως χάιδευε τώρα με πολύ οικειότητα τον Γιάννη στο σβέρκο και έγνεφε και στον Ορέστη να πλησιάσει.

Ο Ορέστης βλέποντας τις προθέσεις του μάνατζερ, αρνήθηκε με ένα αυστηρό σχεδόν εχθρικό ύφος και άρχισε πάλι να φιλάει την Σούζι γυρίζοντας την πλάτη στους υπόλοιπους που βρίσκονταν στον καναπέ απέναντι του. Σαν τον σκύλο που ορίζει την περιοχή του με το να κατουράει κάθε γωνιά του χώρου που θεωρεί δικό του, έτσι και ο Ορέστης έκανε με τον καναπέ που καθόταν αυτός και η Σούζι. Είχε αφήσει το μπουφάν του, το κασκόλ του και κάτι διαφημιστικά που πήρε από το μαγαζί κατα μήκος του δικού του άσπρου καναπέ. Ξεκάθαρο πλέον γι' αυτόν ότι κανείς δεν θα αποπειραθεί να διασχίσει τα δύο μέτρα που χώριζαν τους δύο καναπέδες και να περάσει στην δική του περιοχή.

Στον απέναντι καναπέ έμεινε ο μάνατζερ με τον Γιάννη και την Σούζι.
Οι δύο τελευταίοι χαμουρεύονταν σχεδόν ημίγυμνοι και ο μάνατζερ τους έβλεπε με ένα ηδονοβλεπτικό ύφος μέχρι που η Σούζι άνοιξε το φερμουάρ του Γιάννη και ξεκίνησε να του κάνει στοματικό και ξαφνικά με μια απίστευτη φυσικότητα παραμέρισε και έδωσε την θέση της στον Όλιβερ τον Μάνατζερ.

Ο Γιάννης ζαλισμένος από την ηδονή είχε κλειστά τα μάτια του και απολάμβανε το στοματικό έρωτα. Με το που τ' άνοιξε όμως και είδε τον Όλιβερ τον υποτειθέμενο μάνατζερ να βρίσκεται στην θέση της Τζιόρτζιας, έβαλε τις φωνές, τραβήχτηκε προς τα πίσω και έσπρωξε τον μάνατζερ. Ο μαύρος μάνατζερ όμως σαν παιδί που του παίρνουν το γλειφιτζούρι από το στόμα, δεν έλεγε να το βάλει κάτω και άρπαξε το γεννητικό γλειφιτζούρι του Γιάννη και με τα δύο χέρια.

Τότε πετάχτηκε ο Ορέστης από την "κατουρημένη" του περιοχή, άρπαξε την μπουκάλα τεκίλα από το τραπεζάκι μεταξύ των δύο καναπέδων και την φόρεσε στο κεφάλι του Όλιβερ.
(συνεχίζεται)

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

.




Σοβαρά όμως, κοίτα μην πεθάνεις χωρίς να δοκιμάσεις τι θαύμα είναι να γαμάς από έρωτα.

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες





Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Μας τα 'παν κι άλλοι, αλλά..

Κάνε ότι είναι να κάνεις τώρα, γιατι φέτος ή σε εκατό χρόνια θα πεθάνεις για πάντα.