Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Νοιώθεις διαφορετικός;



..και συχνά αυτός που διάλεξε τη μοίρα του καλλιτέχνη, γιατί αισθανόταν διαφορετικός, μαθαίνει πολύ γρήγορα πως δεν θα θρέψει την τέχνη του όντας διαφορετικός, αλλά ομολογώντας την ομοιότητα του με τους άλλους. Ο καλλιτέχνης σφυρηλατείται μέσα σ'αυτό το συνεχές πηγαινέλα από τον εαυτό του στους άλλους, ανάμεσα στην ομορφιά που δεν μπορεί να αρνηθεί, και την κοινότητα απ'όπου δεν μπορεί να ξεριζωθεί. Γι'αυτόν τον λόγο οι αληθινοί καλλιτέχνες δεν περιφρονούν ποτέ τίποτε, υποχρεώνονται να κατανοήσουν αντί να κρίνουν.

Και αν πρέπει να πάρουν μια θέση σ'αυτό τον κόσμο, δεν μπορεί παρά να είναι η θέση σε μια κοινωνία όπου, σύμφωνα με το μεγάλο λόγο του Νίτσε, δεν θα βασιλεύει πια ο κριτής αλλα ο δημιουργός, είτε είναι διανοούμενος είτε εργάτης.

Αφού το καθήκον του καλλιτέχνη είναι να συνενώσει το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, δεν μπορεί να ευχαριστιέται με το ψέμα και την δουλεία, τα οποία όπου βασιλεύουν, ευνοούν την μοναξιά. Οποιεσδήποτε και αν είναι οι προσωπικές μας δοκιμασίες η ευγένεια του επαγγέλματος θα έχει πάντα τις ρίζες της στις δύο δυσβάσταχτες υποχρεώσεις: την άρνηση να πει ψέματα για κάτι που γνωρίζει και την αντίσταση στην καταπίεση.

Άλμπερτ Καμύ



Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Energy flows where the attention goes


Χρειάζεται κανείς μεγάλο θάρος για να μην κάνει τίποτα. Για να κάνεις δεν χρειάζεται μεγάλο θάρος, επεδή ο νους είναι εκείνος που κάνει.
Tο εγώ πάντοτε έχει  τη λαχτάρα να κάνει. Αν κάνεις κάτι, το εγώ αισθάνεται τέλεια, γεμάτο υγεία, απολαμβάνει τον εαυτό του.

Το τίποτα είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Η ίδια η ιδέα ότι πρέπει να κάνουμε κάτι, είναι βασικά λανθασμένη.

Πρέπει να είμαστε, και όχι να κάνουμε.

Το μόνο που προτείνω στους ανθρώπους που είναι συνηθισμένοι να κάνουν συνεχώς πράγματα, είναι να προσπαθήσουν να καταλάβουν πόσο μάταιο είναι αυτό, γιατί μια μέρα θα πέσουν στο έδαφος από την κούραση και θα πουν: "Αρκετά, ως εδώ! Δεν θέλω να κάνω τίποτα άλλο πια." Και τότε θα αρχίσει η πραγματική δουλειά.

Όλα όσα χρειάζεσαι σου έχουν ήδη δοθεί και όλα όσα μπορείς να είσαι, είσαι ήδη. Ακόμα δεν το ξέρεις αυτό αλλά είναι αλήθεια. Το μόνο λοιπόν που χρειάζεσαι, είναι να είσαι μέσα σε ένα τόσο σιωπηλό χώρο που να μπορείς να πέσεις μέσα στον εαυτό σου και να δεις ποιος είσαι.

Osho


Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Δύο Κίτρινες Γυναίκες


Γυναίκα: Θέλω να τον αφήσεις να έρθει πίσω.
Ερωμένη: Δεν τον κρατάω κυρία μου.
Γυναίκα: Αν τον αφήσει και φύγεις, αν σταματήσεις να τον βλέπεις, θα επιστρέψει σε εμένα.
Ερωμένη: Λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο.
Γυναίκα: Γιατί όχι.
Ερωμένη: Κυρία μου ήθελες κάτι να μου πεις;
Γυναίκα: Δεν έχω κάτι συγκακριμένο να σου πω.Θέλω απλά να σε γνωρίσω
Ερωμένη: Γιατί;
Γυναίκα: Γιατί εγώ φέρω κάτι από εσένα και εσύ κάτι από εμένα.
Ερωμένη: Θέλεις να δεις για ποια σε άφησε
Γυναίκα: Δεν με άφησε και ούτε θα με αφήσει. Ακόμα και όταν βγει το διαζύγιο. Πάντα θα είμαι η γυναίκα του και πάντα θα είμαι η μάνα των παιδιών του. Ότι και να γίνει αυτό δεν θα αλλάξει. Μαζί μου επένδυσε όπως με καμιά άλλη γυναίκα.
Ερωμένη: Είσαι η γυναίκα που βαρέθηκε να κοιμάται μαζί της
..................
Γυναίκα: Σου αφιερώθηκε ποτέ άντρας.
Ερωμένη: Πολλές φορές.
Γυναίκα:Και που οδήγησε;
Ερωμένη: Τι εννοείς;
Γυναίκα: Ποθούσες πραγματικά αυτούς τους άντρες;
Ερωμένη: Όχι.. αλλά τι σημασία έχει αυτό;
Γυναίκα: (Γελάει ειρωνικά) Είναι φορές που πραγματικά σε λυπάμαι
Ερωμένη: Γιατί;
Γυναίκα: Γιατί είσαι πολυ μικρή για να καταλάβεις ότι αυτό που ένοιωσες με αυτούς τους άντρες θα το νοιώσεις και με τον άντρα μου. Μόλις σου δωθεί και αυτός, μόλις νοιώσεις ότι τον έχεις ολοκληρωτικά.. μόλις μυριστείς την αδυναμία του.. τότε θα ξυπνήσει αυτό το λανθάνον ένστικτο που ελλοχεύει μέσα σου και θα ζητήσεις την ελευθερία σου. Ούτε έρωτα θα σκεφτείς ούτε..
Ερωμένη: Δεν ξέρεις τι λες, ζηλεύεις γι'αυτό τα λες αυτά.

Γυναίκα: Το ξέρεις ότι λέω αλήθεια γι'αυτό αντιδράς. Σε όλους το ίδιο συμβαίνει.. Δεν ξέρω τι ένστικτο είναι αυτό που βρίσκεται μέσα μας και απ'την στιγμή που ο άλλος μας δοθεί, τότε αμέσως χάνει την γοητεία του. Μόλις μας δοθεί χάνει την γοητεία του γιατί είναι δικός μας πια, μας ανήκει με την ομορφιά του αλλά και με την ασχήμια του. Και κανένας δεν μπορεί να ανεχτεί και άλλη ασχήμια, του φτάνει η δική του.
Ερωμένη:  Είσαι απογοητευμένη από τον εαυτό σου και από τους άντρες που γνώρισες.. έχεις παραιτηθεί απ'την ζωή, γι'αυτό τα λες αυτά.. Δεν με νοιάζει τι πιστεύεις.. Γενικέυεις τις αποτυχίες σου, αυτό είναι όλο.

Γυναίκα: Βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι έχω δίκαιο, ξέρεις ότι στην πραγματικότητα χάσαμε και οι δύο. Δεν ανήκει σε καμιά απ'τις δύο, δεν μπορεί να ανήκει.. Θα εγκαταλείψει και τις δύο μας κάποια στιγμή γιατί πολύ απλά του δοθήκαμε και οι δύο.





Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Κούρεμα Ψευδαισθήσεων


"Τα χρήματα δεν κάνουν τον κόσμο να γυρίζει αλλά σίγουρα τον κάνουν πιο επίπεδο, πιο άχρωμο.
Σήμερα που ο κόσμος αλλάζει και μπαίνουν νέες προτεραιότητες στο τραπέζι, το στοίχημα είναι να γίνουμε πιο πλούσιοι με λιγότερα χρήματα.
Ώρα να κόψουμε ταχύτητα και να κοιτάξουμε μέσα μας. Να δούμε γύρω μας τους κύκλους της ζωής. Πρέπει να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τον χρόνο μας ποιοτικά.
Ισως έιναι ώρα να βάλουμε στην άκρη τα ρολόγια μας και να ακολουθήσουμε τον εσωτερικό μας ρυθμό, να αφήσουμε στη ντουλάπα την αστική μας πανοπλία και να γίνουμε πιο ρευστοί."

Moses Pendleton (Momix)


Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

βραβευμένη ευχή




Μα μόνο 28 είσαι;  Άκου 28..
Να ζήσεις και να ΄σαι καλά, με υγεία, αγάπη (πολλή), λεφτά (όσο γίνεται) και σεξ (να γίνεται),
πολύ και υψηλού επιπέδου σεξ θα έλεγα..
Να περνάς πάντα καλά, με ζωντάνια και πάθος ψυχής,
αα και να γράφεις, να γραφείς, να γράφεις!
Hugs and Kisses

υ.γ. Ζήτω τα δανεικά ποδήλατα και τα ερασιτεχνικά βίντεο



Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Η νύκτα των Σκλάβων


Γιατί δεν πίνεις;
Έλα πιες ακόμα λίγο.
Πιες ακόμα λίγο και μετά θα βγούμε..
Θες τσιγάρο;
Eλα κάπνισε λίγο μαζί μας.
Γιατί δεν χαλαρώνεις;
Είναι παρασκευή σήμερα,
Ναι είναι Παρασκευή σήμερα, που θα πας;
Είναι παρασκευή βράδυ!
Είναι η νύκτα μας, η νύκτα που μπορούμε να διασκεδάσουμε ελεύθερα.
Η νύχτα όλων αυτών που δουλεύουν την εβδομάδα.. όλων αυτών που περιμένουν το σαββατοκύριακο..
Εσύ δεν ήσουνα που περίμενες, πως και πως, να έρθει το τέλος της εβδομάδας;
Εσύ δεν ήσουνα αυτός που έλεγε ότι ανυπομονείς να έρθει το σαββατοκύριακο για να κάνεις αυτά που ήθελες να κάνεις όλη την εβδομάδα;
Ήρθε.. Ήρθε η Παρασκευή.. Και όλα ξεκινάνε τώρα, εδώ!
Είναι Παρασκευή βράδυ!
Ας διασκεδάσουμε, ας πιούμε, ας καπνίσουμε.. ας γιορτάσουμε το σαββατοκύριακο που μπαίνει!

 Μ' αρέσει η Παρασκευή,  είναι η νύχτα μας, η νύχτα των σκλάβων.




Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Κύπρος, Ιστορία


1964

Μάζεψε τα εργαλεία του και τα φύλαξε, πήρε τον κάδο με τα φρούτα και ξεκίνησε μόνος για το σπίτι. Για χρόνια δούλευε μαζί με τον Χασάν που είχε ένα περιβόλι δίπλα από το δικό του κομμάτι γης και για χρόνια μαζί έφευγαν από τον κάμπο για να επιστρέψουν στα σπίτια τους.. 
Με τις ταραχές όμως που ξέσπασαν μεταξύ των δύο κοινοτήτων, εδώ και λίγο καιρό, ο Χασάν ερχόταν όλο και πιο σπάνια.«Φοβόμαστε όλοι εδώ Γιωρκή,» έλεγε και ξανάλεγε, «θα πάρω τα κορίτσια μου και θα φύγω, φοβάμαι ότι θα τις πειράξουνοι Χριστιανοί».                                              

Τελικά ίσως και να έφυγε χωρίς άλλη προειδοποίηση. Στο χωριό έλεγαν πως τους είδαν στην πόλη μαζί με άλλους Τούρκους.«Ήταν καλή η παρέα του» καθώς έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι ολομόναχος.
Δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί από το περιβόλι του και άκουσε φωνές πάνω στον λόφο που βρισκοταν μπροστά από την γη του.

Προχώρησε προς το μέρος που ερχόταν ο θόρυβος και είδε από μακρυά τρεις άντρες να χτυπάνε ενα σακί, να βρίζουν και να φωνάζουν. Ητανε νεαροί άντρες μεταξύ 20 και 30 χρονών. Ο ένας κρατούσε το σακί και οι άλλοι δύο το κλωτσούσαν. Κρατούσαν και μαγκούρες άμα κουράζονταν χτυπούσαν και μ’αυτές. «Τι χτυπάνε;» διερωτήθηκε ο κυρ Γιώργης  βλέποντας από μακρυά. «Ζωντάνο θα’ ναι γιατι κινείται το σακι» είπε χαμηλόφωνα.
Πλησιάζοντας κι’αλλο πρόσεξε ότι το ζωντανό στο σακί ήταν μεγαλόσωμο. Άκουσε κραυγές και βογγητά που ακολουθούσαν κάθε χτυπήματος. Του φάνηκαν ανθρώπινα. Συγκεντρώθηκε για να ακούσει καλυτερα και τοτε μέσα από τις κραυγές πόνου ξεχώρησε ανθρώπινες λέξεις.  Διέκρινε με τα δυσκολίας τη λέξη «Βοήθεια». Ένα πνιγμένο αιματηρό «βοήθεια» ακουγόταν μέσα από την σακούλα.Επιτάχυνε το βήμα του, και φώναξε,  «Τι κάνετε εκεί ρε γαιδούρια;»

 Οι τρεις άντρες σταμάτησαν απότομα. Γύρισαν και έιδαν τον κυρ Γιώργη να κινείται προς το μέρος τους. Το σακί έπεσε κάτω, και ξεπρόβαλε ένα παιδί που σπαρταρούσε στο πάτωμα με αναφιλητά. Ο μεγαλύτερος από τους τρεις άντρες φώναξε άγρια «Είναι τούρκος χαφιές, μην ανακατεύεσαι.»

Ο γέρος όμως συννέχισε να ανακατεύεται και κατευθύνθηκε κατα πάνω τους, κρατώντας την μαγκούρα του ψηλά έτοιμος να τους χτυπήσει. «Ρε αλήτες  χτυπάτε ένα παιδί και μου λέτε να μην ανακατεύομαι.»
«Γέρο φύγε γιατί θα έχεις και εσύ μπελάδες, όποιος υποστηρίζει τους Τούρκους είναι εχθρός της οργάνωσης», φώναξε ακόμα πιο άγρια ένας απο τους τρεις.
 Ο κυρ Γιώργης όμως έφτασε κοντά τους λαχανιασμένος, κρατώντας την μαγκούρα του περισσότερο σαν λάβαρο παρά σαν όπλο μπήκε ανάμεσα τους. Ο μεγαλύτερος από τους τρεις σήκωσε το ρόπαλο του και του το έφερε στο κεφάλι. Ο γέρος έπεσε λιπόθυμος στο χώμα.                

Ο άντρας που τον χτύπησε του είπε ουρλιάζοντας. «Άμα θέλω μπορώ να σε σκοτώσω εδώ και τώρα. Κολώγερο! Τουρκόσπορε! Κοιτα να μην χώνεις την μύτη σου σε ξένες υποθέσεις.» Γύρισε προς το παιδί, του έδωσε μια κλωτσιά, πήρε το όπλο του και διέταξε τους  άλλους δύο να τον ακολουθήσουν. Οι δύο άντρες τον μιμήθηκαν, κλώτσησαν το σακί πήραν τα όπλα τους και απομακρύνθηκαν.
Ο κυρ Γιώργης δεν σάλεψε, μόνο το παιδί ξεπροβαλε δειλά από το σακί. Κοίταξε γύρω του, δεν είδε κανένα εκτός από τον γέρο.
Βγήκε αργά, βογγώντας, πλησίασε μπουσουλώντας  τον γέρο που προσπάθησε να τον βοηθήσει. Ο κυρ Γιώργης όμως έμεινε ασάλευτος. Πλησίασε  περισσότερο το παιδί και είδε το κεφάλι του Κυρ Γιώργη σε μια λίμνούλα από αίματα. Το παιδί έβαλε το χέρι του στην λιμνούλα, γεύτηκε το αίμα, σηκώθηκε και ακολούθησε το μονοπάτι από όπου έφυγαν οι τρεις άντρες.



1974

Ποιοι είναι οι Τουρκοκύπριοι φώναξε ο τούρκος λοχίας. 
Ο Σουλειμάνις σηκώσε το χέρι περήφανα γιατί ήξερε καλά ότι ήταν ο μόνος Τουρκοκύπριος στον λόχο. 
«Έλα μαζί μου,» τον διέταξε ο λοχίας. Μαζί με τον Σουλειμάνι διέταξε να τον ακολουθήσουν και δύο Τούρκοι στρατιώτες, αρκετά μεγαλόσωμοι, με άγρια χαρακτηριστικά. 
Ο λοχίας τους πήρε όλους στη σκηνή του. Τους έδωσε από ένα μαχαίρι των καταδρομέων και τους είπε ότι θα συμμετείχαν σε μια μυστική αποστολή.

«Θέλω να μην δειλιάσετε και να τα χρησιμοποιήσετε» είπε δίνοντας τους τα μαχαίρια. «Έχουμε πληροφορίες ότι υπάρχουν κατάσκοποι κρυμμένοι σε σπίτια στα γύρω χωριά, η αποστολή μας είναι να μπουμε σε δύο από αυτά,  να βρούμε τους κατασκόπους και να τιμωρήσουμε αυτούς που τους έκρυψαν».
Ο Σουλειμάν ήξερε ότι η τιμωρία στον πόλεμο σήμαινε αιματοκύλισμα. Φοβόταν, αλλά δεν ήθελε να το δείξει. Ο Λοχίας όμως σαν ανθρώπινο λαγωνικό λες και μυρίστηκε τον φόβο του. «Εσύ», έκανε και τον έδειξε, «Εσύ θα πας πρώτος.»
«Εντάξει» απάντησε αμέσως ο Σουλειμάνις με μια ψεύτικη σιγουριά που πρόδιδε την ανησύχία του.

Στο δρόμο δεν μιλούσε κανείς, ο Σουλειμάν φοβόταν για αυτό που έμελε να συμβεί. Ήξερε ότι οι Τουρκοκύπριοι ήταν απαραίτητοι γιατί μιλούσαν και ελληνικά, γι’αυτό και ήλπιζε ότι η αποστολή θα ήταν περισσότερο μια επιχείρηση συνεννόησης παρά θανατηφόρα σύρραξη. Aφού περπάτησαν καμια-μισή ώρα, έφτασαν στο χωριό «των κατασκόπων», ο λοχίας τους έκανε νόημα να μην κάνουν θόρυβο.
Πέρασαν απο κάποια στενα δρομάκια. Το χωριό φαινόταν έρημο.

Ο λοχίας κοντοστάθηκε έξω από μια πόρτα και τους έκανε νόημα ότι με το τρία θα την έσπαγε για να εισβάλουν μέσα. Μέτρησε μέχρι το τρία και απο έκει έγιναν όλα, τόσο τρομακτικά γρήγορα που ακόμα μέχρι σήμερα απορεί αν πράγματι τα έζησε όλα αυτά.  Μπήκαν μέσα, ακολουθώντας τον λοχία. Έσπασαν άλλη μία πόρτα και μετα άλλη μία.. το μόνο φως που υπήρχε ήταν αυτό που έβγαινε από το φακό του λοχία. Όλα ήταν μάυρα, όλα ηταν θολά, εκτός απο τα σημεία που φώτιζε ο φακός. Όλα μουντά και άψυχα μέχρι που ο φακός έδειξε δυο μάτια και μετά άλλα δύο.. Δυο ζευγάρια μάτια τους έβλεπαν κατατρομαγμένα.

Το φως του φακού αποκαλυψε δύο γυναικες η μια στην αγκαλια της άλλης να τρέμουν σύγκορμες. Η μία πρέπει να ήταν κάπου στα είκοσι και η άλλη γύρω στα σαραντα. Ίσως να ήταν μάνα και κόρη.

 Οι δύο τούρκοι στρατιώτες όρμησαν κατα πάνω τους, άρπαξε ο καθένας απο μίαν και άρχισαν να τις χτυπούν. Ο Σουλειμάν σάστισε δεν ήξερε τι να κάνει.. Ο λοχίας του έιπε να κρατήσει την κόρη. Και τότε οι δύο Τουρκοι στρατιώτες άρπαξαν την Μάνα.
Ο λοχίας, πλησίασε την κόρη που πάλευε να ξεφύγει του Σουλειμάν. Την χαστόυκισε άγρια και της έσκισε τα ρούχα.  Φώναξε στον Σουλειμάνι να την πιέσει κι άλλο. Κατέβασε το παντελόνι του. Η κόρη πάγωσε. Έβγαλε το μαχαίρι και της χαίδεψε το πρόσωπο με την αιχμηρή λεπίδα. Το κάρφωσε δίπλα της, της άνοιξε τα πόδια και μπήκε μέσα της. Με άγριες κινήσεις πίσω μπρος την έκανε να σφαγιάζει. Το δωμάτιο γέμισε απο κραυγες πόνου που μπερδεύονταν με κραυγές ηδονής. Αναφιλητά που επισκιάζονταν από βρισιές, σαν μουσική υπόκρουση αρχαίας τραγωδίας.

 Ο Σουλειμάνις κοίταξε τους άλλους δύο στρατιώτες, ήταν και οι δύο γυμνοί γύρω απο την μάνα σχηματίζοντας ένα ανθρωπόμορφο  κουβάρι από χέρια και πόδια. Ο λοχίας τελείωσε, σηκώθηκε και είπε στον Σουλειμάν να συνεχίσει στην θέση του.
Αυτός χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε μεταξύ των ποδιών του κοριτσιού και έκανε μηχανικά την κίνηση που ήξερε πως έπρεπε να κάνει, μπρος-πίσω. Το κορίτσι σχεδόν δεν ανάπνεε και αυτός σχεδόν δεν έβλεπε. Συνέχισε για λίγο ακόμη μπρός-πίσω με δύναμη.
Κοίταξε τον λοχία που ήταν απο πάνω του, ζητώντας οδηγίες για την συνέχεια. Ο λοχίας του έδωσε το μαχαίρι. Αποτέλειωσ’την του έιπε. Ο Σουλειμάνις πήρε το μαχαίρι. Το κορίτσι βλέποντας ξανά το μαχαίρι σαν από νεκρό αναστήθηκε και λες και ξύπνησε από λιθαργο με εφιάλτη αρχισε να σπαράζει. Ο Σουλειμάνις της κάρφωσε το μαχαίρι στο στήθος τρεις φορές απανωτά και τότε μια στριγκλιά βγαλμένη απο την κόλαση του τρύπησε τα αυτιά..

.......................

 Υπήρξατε μπροστά σε κάποιο αποτρόπαιο περιστατικό;» επανέλαβε ο δημοσιογράφος.  «Κύριε Σουλείμάν! Μ’ακούτε!» άκουσε την φωνή του δημοσιογράφου να τον ξυπνάει, λές και έβλεπε ένα κακό όνειρο.»
« Με συγχωρείτε», είπε σαστισμένος, «με συγχωρείτε..αλλά..»                                                                     
«Έχετε να μας περιγράψετε κάποιο έγγκλημα πολέμου;» επέμεινε ο δημοσιογράφος.
Κοίταξε έξω από το παράθυρο με βουρκωμένα μάτια και είπε: «Όχι, δεν έχω κάποια ιστορία να διηγηθώ.  Το μόνο που έχω να πω είναι πως ο πόλεμος παιδί μου είναι πολύ κακό πράμα.. Ο πόλεμος κατεστρέφει τους ανθρώπους. Αυτό έκανε και σ’εμένα.»