Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Του φούστη. (Ορεστειάδα 7)

Στο σπίτι του Μάνατζερ

Αν ο Μιγκ Τζάκερ είχε ρετιρέ στο κέντρο των Βρυξελλών θα ήταν σαν αυτό του Όλιβερ του Μάνατζερ.Ένα χλιδάτο ρετιρέ που από το τεράστιο σαλόνι έβλεπες ένα μεγάλο μέρος των Βρυξελλών και στο βάθος μπορούσες να διακρίνεις το Ατόμιουμ, αυτό το φουτουριστικό σύμβολο της πόλης.

"Καθίστε" τους είπε ο μάνατζερ δείχνοντας τους δύο άσπρους καναπέδες. Ο ίδιος πήγε στο μπάρ στην άκρη του σαλονιού εκεί οπου βρίσκονταν τα ποτά.
Ο Γιάννης κάθισε στον ένα καναπέ και ο Ορέστης στον άλλο και μαζί τους, οι δύο μαύρες καλλονές, μια για τον καθένα, βγαλμένες και οι δύο από την πιο τρελή τους φαντασίωση. Η Σούζι και η Τζόρτζια, δύο γυναίκες μυγάδες από την Τζαμάικα, όμορφες και σέξι και το πιο συγκλονιστικό έτοιμες να κάνουν άγριο σεξ μαζί τους, αλλά και με τον μαύρο μάνατζερ. Πάντα υπάρχει κάτι που μας χαλάει τις φαντασιώσεις μας, σ'αυτή την περίπτωση φαίνεται πως ήταν ο μάνατζερ, αλλά σίγουρα ήταν πολύ καλύτερος από ένα ξυπνητήρι που σε ξυπνάει στο αποκορύφωμα ενός καλού ονείρου. "Αγκάθι ο Μαύρος" είπε στα ελληνικά ο Ορέστης στον Γιάννη, για να μην γίνει κατανοητός από τους αλλοδαπούς φίλους τους. Ο Γιάννης όμως δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον του, παρα μόνο κοίταζε σαν αποχαυνωμένος την Τζόρτζια που κάτι προσπαθούσε να του πει σε σπαστά αγγλικά. Χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι ήθελε να του πει όρμηξε πάνω της και άρχισε να την φυλάει λίγο πιο πάνω από το στήθος κοντά στον λαιμό.

Η Σούζι μιμούμενη τον Γιάννη ξεκίνησε να χαιδεύει τον Ορέστη ενώ ο μάνατζερ επέστρεψε με ένα μπουκάλι τεκίλα και ένα ξύλινο σκαλιστό κουτί. Γέμισε πέντε σφηνάκια τεκίλα και τα προσέφερε σε όλους.
"Στην γνωριμία μας" είπε σηκώνοντας το σφηνάκι του.
Τον μιμήθηκαν όλοι και ήπιαν το σφηνάκι εκτός από τον Ορέστη που ορκίστηκε να μην ξαναπιεί τεκίλα μετά από την μίνι αμνησία που του προκάλεσε εκείνη η νύχτα με τεράστια κενά μνήμης που την ξεκίνησε με τεκίλα. Η Σούζι αφού ήπιε το σφηνάκι της άρχισε να φιλάει τον Ορέστη  με πάθος ενώ με τα χέρια της προσπαθούσε να του ξεκουμπώσει το πουκάμισο, αυτός ανταποκρίθηκε χαϊδεύοντας το στήθος της.
Άρχισε τότε η Σούζι να του δίνει ένα τόσο ρουφηχτό φιλί που λες και του έπαιρνε λίγο από την ζωή του. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα μάχης για το υπόλοιπο της ζωής του, ο Ορέστης κατάφερε να της ξεφύγει και να κοιτάξει προς τους υπόλοιπους της παρέας. Είδε τότε τον μάνατζερ να σχηματίζει πάνω στο τραπεζάκι μεταξύ των δύο καναπέδων, πέντε γραμμές από άσπρη σκόνη που έβγαλε από το ξύλινο σκαλιστό κουτί.
Με το που σχημάτισε τις γραμμές ο μάνατζερ έκανε νόημα στην Τζόρτζια δίνοντας της ένα τυλιγμένο εκατοστάευρω. Αυτή αμέσως πήρε το εκατοστάευρω και σνίφαρε μια από τις γραμμές. Σηκώνοντας το κεφάλι όλο ζωντάνια η Τζόρτζια τράβηξε τον Γιάννη να πλησιάσει το τραπέζι όπου βρίσκονταν πάνω οι γραμμές.Ο Γιαννάκης μη βλέποντας μπροστά του από την τύφλα του, πήρε το τυλιγμένο εκατοστάευρω και έκανε και αυτός μία γραμμή.
Έτσι έγινε και με τους υπόλοιπους της παρέας, το εκατοστάευρω συνέχισε τον κύκλο του μέχρι που έφτασε πάλι στο μάνατζερ ο οποίος όμως χάιδευε τώρα με πολύ οικειότητα τον Γιάννη στο σβέρκο και έγνεφε και στον Ορέστη να πλησιάσει.

Ο Ορέστης βλέποντας τις προθέσεις του μάνατζερ, αρνήθηκε με ένα αυστηρό σχεδόν εχθρικό ύφος και άρχισε πάλι να φιλάει την Σούζι γυρίζοντας την πλάτη στους υπόλοιπους που βρίσκονταν στον καναπέ απέναντι του. Σαν τον σκύλο που ορίζει την περιοχή του με το να κατουράει κάθε γωνιά του χώρου που θεωρεί δικό του, έτσι και ο Ορέστης έκανε με τον καναπέ που καθόταν αυτός και η Σούζι. Είχε αφήσει το μπουφάν του, το κασκόλ του και κάτι διαφημιστικά που πήρε από το μαγαζί κατα μήκος του δικού του άσπρου καναπέ. Ξεκάθαρο πλέον γι' αυτόν ότι κανείς δεν θα αποπειραθεί να διασχίσει τα δύο μέτρα που χώριζαν τους δύο καναπέδες και να περάσει στην δική του περιοχή.

Στον απέναντι καναπέ έμεινε ο μάνατζερ με τον Γιάννη και την Σούζι.
Οι δύο τελευταίοι χαμουρεύονταν σχεδόν ημίγυμνοι και ο μάνατζερ τους έβλεπε με ένα ηδονοβλεπτικό ύφος μέχρι που η Σούζι άνοιξε το φερμουάρ του Γιάννη και ξεκίνησε να του κάνει στοματικό και ξαφνικά με μια απίστευτη φυσικότητα παραμέρισε και έδωσε την θέση της στον Όλιβερ τον Μάνατζερ.

Ο Γιάννης ζαλισμένος από την ηδονή είχε κλειστά τα μάτια του και απολάμβανε το στοματικό έρωτα. Με το που τ' άνοιξε όμως και είδε τον Όλιβερ τον υποτειθέμενο μάνατζερ να βρίσκεται στην θέση της Τζιόρτζιας, έβαλε τις φωνές, τραβήχτηκε προς τα πίσω και έσπρωξε τον μάνατζερ. Ο μαύρος μάνατζερ όμως σαν παιδί που του παίρνουν το γλειφιτζούρι από το στόμα, δεν έλεγε να το βάλει κάτω και άρπαξε το γεννητικό γλειφιτζούρι του Γιάννη και με τα δύο χέρια.

Τότε πετάχτηκε ο Ορέστης από την "κατουρημένη" του περιοχή, άρπαξε την μπουκάλα τεκίλα από το τραπεζάκι μεταξύ των δύο καναπέδων και την φόρεσε στο κεφάλι του Όλιβερ.
(συνεχίζεται)

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

.




Σοβαρά όμως, κοίτα μην πεθάνεις χωρίς να δοκιμάσεις τι θαύμα είναι να γαμάς από έρωτα.

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες





Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Μας τα 'παν κι άλλοι, αλλά..

Κάνε ότι είναι να κάνεις τώρα, γιατι φέτος ή σε εκατό χρόνια θα πεθάνεις για πάντα.



Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

..


Γεννιομαστε όλοι τρελοί. Κάποιοι παραμένουν.

Samuel Beckett


Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Daily fucks






Νομίζω ότι πιο εμετικό θέαμα από τη Στεφανίδου όταν γελάει, 
θα είναι μόνο ο Αυτιάς όταν γαμάει...




Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

interracial (Ορεστειάδα-6)

Βρήκε τον Γιάννη με δύο μαύρες, ψηλές εξωτικές γυναίκες και άλλο ένα τύπο που έμοιαζε να ήταν ο νταβατζής των δύο γυναικών.
"Να και τον φίλο μου που σας έλεγα" είπε ο Γιάννης στην έγχρωμη παρέα του με μια ανεξήγητη χαρά που μόνο σε μεθυσμένο μπορείς να συναντήσεις
"Ορέστη αυτή είναι η Τζόρτζια και αυτή η Σούζι και τέλος ο Όλιβερ"συνέχισε δείχνοντας τον τεράστιο μαύρο που καθόταν δίπλα του και θύμιζε νταβατζή.
Τους χαιρέτησε ο Ορέστης και κάθισε δίπλα από την Σούζι.
Ο Όλιβερ γύρισε προς τον Ορέστη και τον ρώτησε με ενθουσιασμό "Είσαι και εσύ Έλληνας;"
"Ναι".
Και τότε ο Γιάννης συνεχίζοντας τις συστάσεις πρόσθεσε "ο Όλιβερ είναι ο μάνατζερ του Ντέμη Ρούσου"
"Τι πράμα;" αντέδρασε ο Ορέστης ξαφνιασμένος.
"Ναι" είπε ο Όλιβερ, "εγώ τρέχω τον συμπατριώτης σας τον Ντέμη".
"Ναι καλά" είπε ο Ορέστης με ένα ύφος όλο δυσπιστία δείχνοντας τους ότι δεν πρόκειται να πιαστεί κορόιδο.
"Αλήθεια είναι" συνέχισε ο Όλιβερ ο μάνατζερ, "γι' αυτό και ενθουσιάστηκα όταν μου είπε ο Γιάννης πως είναι από την Ελλάδα. Εσείς οι Έλληνες ξέρετε να γλεντάτε και αυτό θέλουμε σήμερα το βράδυ εγώ και τα κορίτσια μου" είπε ο Όλιβερ και έκλεισε το μάτι στον Ορέστη.
"Μάλιστα" απάντησε ο Ορέστης πάλι με δυσπιστία και άλλαξε αμέσως θέμα "τι πίνετε;"
"Βάλτε του ένα σφηνάκι βότκα διέταξε ο Μάνατζερ την παρέα του και αμέσως η Σούζι που καθόταν δίπλα από τον Ορέστη, του έβαλε ένα σφηνάκι βότκα.
"Α έχετε άγριες διαθέσεις" είπε ο Ορέστης και αμέσως ήπιε το σφηνάκι.
"Άλλη μια γύρα σφηνάκια Σούζι." είπε ο νταβατζής-μάνατζερ "δεν βλέπεις ότι ο καινούργιος μας φίλος διψάει".
Αμέσως η Σούζι γέμισε ξανά το σφηνάκι και ο Ορέστης σήκωσε το ποτήρι του, κοίταξε τον ήδη μεθυσμένο Γιάννη και τους υπόλοιπους της παρέας και ευχήθηκε "στην υγεία μας".
"..Και στην σεξουαλική απελευθέρωση" είπε ο Όλιβερ ο υποτιθέμενος μάνατζερ του Ρούσου.
Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και ήπιαν όλοι ακόμα ένα σφηνάκι.

Ο Ορέστης όλη αυτή την ώρα ένοιωθε ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Κοίταξε τριγύρω για λίγο μα δεν είδε τίποτα. Ξαναπροσπάθησε μετά από λίγο, μα πάλι τίποτα. Ένοιωθε όμως αυτό το συναίσθημα που εκτίθεσαι χωρίς όμως να το θέλεις, χωρίς να το ξέρεις.
Και εκεί που έβλεπε τριγύρω στο μπαρ, είδε δύο μάτια να τον κοιτάνε. Ήταν μια κοπέλα που καθόταν σε ένα τραπεζάκι δεξιά από το δικό τους. Ψηλόλιγνη, μελαχρινή με μαύρα μαλλιά και μελίσσια μάτια, όμορφη μεσογειακή γυναίκα.
Μόλις συναντήθηκαν τα βλέμματα τους η όμορφη μεσογειακή τον χαιρέτησε εγκάρδια. Ο Ορέστης πάγωσε για μια στιγμή, "ποια είναι αυτή" σκέφτηκε "γιατί με χαιρετάει, μήπως την γνωρίζω;" ανταποκρίθηκε αμήχανα σηκώνοντας και αυτός το χέρι του για να την χαιρετήσει.

Την προσοχή του όμως την απέσπασε ακόμα ένα σφηνάκι βότκα που του έδωσε ο Όλιβερ.
"Στην υγειά μας" είπε ο Γιάννης και σήκωσαν όλοι ξανά τα σφηνάκια τους και τα ήπιαν. Η Σούζι τότε άρχισε να χαϊδεύει τα μαλλιά του Ορέστη ενώ ο Γιάννης ξεκίνησε να φασώνεται με την Τζόρτζια.

Ο Ορέστης ξαναγύρισε προς την μεσογειακή γυναίκα και την είδε να σηκώνεται να μαζεύει τα πράγματα της και να έρχεται προς το μέρος του.
Όσο πλησίαζε τόσο πιο πολύ ένοιωθε ότι αυτή η γυναίκα είχε μια ξεχωριστή ομορφιά.
Η άγνωστη γυναίκα ήρθε κοντά του, έσκυψε στο αυτί του και του είπε:
"Είσαι πολύ μαλάκας να κάνεις πως δεν με ξέρεις μετά από αυτές τις δύο μέρες".
"Τι πράμα, ποιες δύο μέρες;" είπε φανερά ξαφνιασμένος στην γυναίκα που έβλεπε για πρώτη φορά μπροστά του.
"Άντε και Γαμήσου ηλίθιε". είπε η ξένη γυναίκα και έφυγε.
Ο Ορέστης της φώναξε καθώς απομακρυνόταν "μισό, περίμενε μισό λεπτό, για ποιες δύο μέρες λες;" και έκανε να σηκωθεί για να την προφτάσει πριν φύγει από το μπαρ.
Αλλά εκείνη την στιγμή η Σούζι αγκάλιασε το πόδι του και έσκυψε και τον φίλησε στα σκέλια.
"Τι κάνεις εκεί;"
Και τότε η Σούζι του χαμογέλασε και ξεκίνησε να του χαϊδεύει τα γεννητικά όργανα.
Ο Ορέστης αμέσως έκατσε ξανά στην καρέκλα του και προσπάθησε να σταματήσει την Σούζι για να προλάβει την γυναίκα που μόλις τον έβρισε.
Η Σούζι όμως όχι μόνο δεν σταμάτησε αλλά άρχισε να τον φιλάει στον λαιμό και μετά στο στόμα μέχρι που ο μάνατζερ του Ντέμη Ρούσου πρότεινε διακόπτοντας τους: "Δεν πάμε καλύτερα σπίτι μου, είναι δυο τετράγωνα πιο κάτω".
"Ναι, ναι πάμε," είπε ενθουσιασμένος ο Γιαννάκης που ακόμα λίγο και θα γαμούσε την Τζορτζια στο μπαρ.
"Ας πιούμε και το τελευταίο μας σφηνάκι" είπε ο Όλιβερ και γέμισε ξανά τα ποτήρια.

Με το που ήπιαν το σφηνάκι ο Όλιβερ σηκώθηκε πρώτος ένα εκατοστάευρο στο τραπέζι. "Επιτρέψτε μου" είπε "να κεράσω εγώ τους συμπατριώτες του Ντέμη Ρούσου".
Ο Ορέστης σηκώθηκε αμέσως μετά και προσπάθησε να εντοπίσει την ξένη γυναίκα που του μίλησε πριν από λίγο... τίποτα όμως είχε ήδη εξαφανιστεί. "Λες να έχει να κάνει με τις μέρες της αμνησίας μου διερωτήθηκε."Πουν την να γαμώτο, έφυγε."

Ο Γιάννης τον άρπαξε από την ωμοπλάτη καθώς έψαχνε την ξένη γυναίκα και του είπε στο αυτί ενθουσιασμένος "Θα κάνουμε παρτούζαααα με τον μάνατζερ του Ντεμη Ρούσου."
Ο Ορέστης δεν απάντησε παρα έμεινε να ψάχνει την γυναίκα στον χώρο που είχε ήδη φύγει.

(συνεχίζεται)

 

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Και εγένετο δάκρυ



Ίσως η μόνη αλήθεια να είναι το δάκρυ που γλυστράει στα μάγουλα. Αυτή η σταγόνα υγρού που εκρίνει το μάτι φέρει τα πάντα: αναπνοές, εμπειρίες, εικόνες, ζωή.
Άφησε το να κυλίσει στα μάγουλα σου και ακολούθα την ροή του. Εκρίνουμε δάκρυα ως προέκταση των συναισθημάτων μας.

Ο πόνος ίσως να είναι αιώνιος. Πηγάζει από μέσα μας, εκ βαθέων της ψυχής. Λειτουργία εγκεφαλική αλλά και όσο τίποτε άλλο ανθρώπινη, ζωική. Ευτυχισμένος αυτός που την εκφράζει.


"Pain is the breaking of the shell that enclose your understanding" Khalil Gibran



Η φωτογραφία ανήκει στον Στέλιο Καλλινίκου http://www.stelioskallinikou.com/


Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Ορεστειάδα-5

Στον Ορέστη άρεσε πολύ το αεροδρόμιο, θεωρούσε ότι ήταν ένας χώρος που μπερδεύονταν με τον πιο ουσιαστικό τρόπο η Αρχή και το Tέλος, έτσι δηλαδή όπως αντιλαμβανόταν το ανθρώπινο μυαλό, την Αρχή και το Τέλος.
Ήξερε πολύ καλά πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος παρά μόνο μια ευθεία, μακρινή και αδιάκοπη γραμμή που σε κάποια σημεία της γίνεται λίγο πιο έντονη και σε άλλα άχρωμη και αμυδρή.
Σ' αυτή την περίοδο της ζωής του, παρόλα τα περίεργα που του συνέβαιναν ένοιωθε ότι ήταν μια πολύχρωμη και όλο δυναμική περίοδος που θα τον έπαιρνε παρακάτω.

Μπήκε στο αεροπλάνο, η θέση του ήταν δίπλα από ένα παράθυρο. Του άρεσε να ταξιδεύει δίπλα από παράθυρο, γιατί εκεί δεν σε ενοχλεί κανένας ενοχλητικός επιβάτης που γουστάρει να κατουράει σε ύψος τεσσάρων χιλιάδων μέτρων.
"Αλλά ας μην είμαι τόσο απαισιόδοξος" σκέφτηκε. "Μπορεί να κάτσει κάτι πολύ ενδιαφέρον δίπλα μου.. Κανένας διάσημος, καμιά μοντέλα.." Τις σκέψεις του τις διέκοψε μια ενοχλητική ανδρική φωνή με γυναικεία χροιά "Γιάννης Γεωργιάδης."
Γύρισε και είδε ένα νεογιάπη με κουστούμι να στέκεται από πάνω του και να επαναλαμβάνει δίνοντας το χέρι του στον Ορέστη "Γιάννης Γεωργιάδης, διευθυντής τμήματος μάρκετινγκ στην εταιρία Show Biz".
Ο Ορέστης ξεροκατάπιε, δεν πίστευε στα μάτια του, θα πετούσε τέσσερις ώρες μαζί με ένα ανέραστο καπιταλόσκυλο.
Του έδωσε δειλά το χέρι του και είπε ένα ξερό "Ορέστης". Αμέσως πήρε το περιοδικό που είχε στο πίσω μέρος του καθίσματος που βρισκόταν μπροστά του, για να δείξει στον κουστουμοφόρο συνεπιβάτη του, ότι δεν είχε όρεξη για κουβέντα.
"Πρώτη φορά πας Βρυξέλλες", προσπάθησε ο Γιάννης να του αποσπάσει την προσοχή από το περιοδικό
"Ναι" απάντησε αυστηρά ο Ορέστης.
"Αλήθεια;" συνέχισε ο ενοχλητικός συνεπιβάτης "εγώ πηγαινοέρχομαι μπορεί και μια φορά τον μήνα. Και γιατί πας; Για διακοπές ή για επαγγελματικούς λόγους."
"Για διακοπές" απάντησε ξανά μονολεκτικά ο Ορέστης.
"Εγώ δουλεύω εδώ και τρία χρόνια στις Βρυξέλλες, αν θες καμιά συμβουλή για οτιδήποτε, μπορείς να με ρωτήσεις. Είμαι διευθυντής στο τμήμα μάρκετινγκ της διαφημιστικής εταιρίας "Show biz" και αναλαμβάνουμε δουλειές για όλη την Ευρώπη, ακόμα και από Αμερική μας στέλνουν κάποια πρότζεκτ. Για να καταλάβεις τις διαφημίσεις των Mcdonalds και της Coca-cola στην Ευρώπη εμείς τα έχουμε αναλάβει." είπε μεγαλόφωνα με μια υποβόσκουσα περηφάνια ο Γιάννης.

Ο Ορέστης δεν απάντησε αρκέστηκε στο να κουνήσει θετικά το κεφάλι.
Το αεροπλάνο ξεκίνησε τις μηχανές και οι ελπίδες του Ορέστη ότι ένας τρίτος επιβάτης θα έρθει να καθίσει δίπλα στον Γιάννη έτσι που να απασχολείται μ'αυτον και να βρει την ησυχία του, εξανεμίστηκαν με τους έλικες του αεροπλάνου που ξεκίνησαν να στριφογυρίζουν.

Τύπους σαν τον Γιάννη που πιστεύουν ότι κρατούν το Θεό από τα αρχίδια πρέπει να τους τσαλακώνεις τον εγωισμό, " σκέφτηκε ο Ορέστη και είπε να πάρει την συζήτηση στα χέρια του
"Δεν μου λες γιατί πηγαινοέρχεσαι Βρυξέλλες -Ελλάδα; Μουνί θα είναι σίγουρα ο λόγος."
Ξαφνιασμένος ο γιάπη από την λέξη που χρησιμοποίησε  ο θρασύς συνομιλητής του, του απάντησε κάπως αμήχανα "εδώ στην Ελλάδα έχω κάτι πολύ ενδιαφέρον, είναι η Μαρία".
"Πόσο καιρό βγαίνετε μαζί;"
"Δύο χρόνια".
"Είσαι ερωτευμένος;" ήρθε άλλη μία ξαφνική ερώτηση για τον Γιαννάκη.
"Μα φυσικά άμα δεν ήμουν θα πηγαινοερχόμουν Ελλάδα-Βρυξέλλες."
"Καλά, τι έρωτας είναι αυτός που αρκείται στο να βλέπει τον άλλο μια φορά τον μήνα. Αυτός είναι ο ορισμός του συμβιβασμού άρα όχι έρωτας. Ο έρωτας αγαπητέ μου φίλε είναι η απόλυτη παράδοση χωρίς καμιά επιφύλαξη. Αν ήσασταν πραγματικά ερωτευμένοι θα ήσασταν στον ίδιο χώρο".
"Κοίτα δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα," έκανε να δικαιολογηθεί ο Γιάννης. "Έχουμε και οι δύο καλές δουλειές και δεν μπορούμε να τις παραστήσουμε.
"Και πόσο θα πάει αυτό, δεν μου λες; Για πόσο ακόμα θα θυσιάζει την ζωή σου για την δουλειά;" Είπε ο Ορέστης με ένα ύφος λες και νοιαζόταν πραγματικά για την προσωπική ζωή του συνταξιδιώτη του.
"Είπαμε πως αν είμαστε μαζί για άλλο ένα χρόνο θα παντρευτούμε.

"Είσαι σίγουρος για τον γάμο; Θέλεις δηλαδή να ζήσεις την υπόλοιπη σου ζωή μ' αυτή την γυναίκα"
συνέχισε αδιάκριτα ο Ορέστης
"Φυσικά"
"Καλά δεν νομίζεις ότι θα σου λείψει η εργένικη ζωή"
"Φιλαράκι μου, άμα ζήσεις πολλά στην ζωή σου σαν εργένης, τότε χορτάτος δέχεσαι να ζήσεις την υπόλοιπη σου ζωή με μια γυναίκα", είπε με μια αηδιαστική σιγουριά ο Γιάννης το καπιταλόσκυλο.

Και τότε ο Ορέστης θέλοντας να σοκάρει και άλλο τον σίγουρο Γιάννη ρώτησε: "Παρτούζα έκανες όσο ήσουν εργένης;"
Ο Γιάννης απάντησε με ένα αμήχανο, χαμηλόφωνο "όχι".
"Ε καλά πως έζησες τότε σαν εργένης άμα δεν έκανες παρτούζα." συνέχισε ο ενοχλητικός πλέον Ορέστης.
"Μα εγώ ποτέ δεν ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο."
"'Ασε μας ρε Γιαννάκη που δεν ήθελες να ζουλίσεις τέσσερά βυζιά αντί δύο και να γλείψεις δύο μουνιά αντί ένα".
Ο Γιάννης έμεινε σιωπηλός
"Ο Ορέστης όμως προσβεβλημένος από γλωσσοδιάροια" συνέχισε "Πιστεύεις στην μοίρα;"
"Ναι" απάντησε μονολεκτικά ο Γιάννης αυτή την φορά αφού ένοιωθε ότι κάθισε με ένα έκφυλο νεαρό.
"Ε τότε αδερφέ δεν έχεις παρα να σκεφτείς ότι δεν είναι τυχαία η συνάντηση μας σ'αυτο το αεροπλάνο.. Ίσως να είναι θείο σημάδι για να σκεφτείς κάποια πράγματα."

Ο Γιάννης δεν ήθελε να συνεχίσει αυτού του επιπέδου την συζήτηση έτσι έμεινε σιωπηλός.
Ο Ορέστης ικανοποιημένος μ' αυτό που κατάφερε, γύρισε προς το παράθυρο και περιεργαζόταν τα σύννεφα μέχρι που τον πήρε ο ύπνος.

Όταν ξύπνησε το αεροπλάνο τους είχε ήδη προσγειωθεί στις Βρυξέλλες. Σχεδόν όλοι οι επιβάτες ήταν όρθιοι και μάζευαν τα πράγματα τους από τα ντουλαπάκια πάνω από τις θέσεις τους, το ίδιο και ο Γιάννης ο οποίος μόλις πρόσεξε ότι ο Ορέστης ήταν ξύπνιος, του είπε:
"Χάρηκα Ορέστη για την γνωριμία! Αυτός είναι ο αριθμός μου και του έδωσε την κάρτα του. Κάνε μου μια αναπάντητη να έχω και εγώ τον δικό σου για να πάμε για κανένα καφέ όσο καιρό θα είσαι εδώ."
Ξαφνιασμένος ο Ορέστης σχημάτισε τον αριθμό του Γιάννη και τον κάλεσε.
Μάζεψε τα πράγματα του, βγήκε από το αεροπλάνο, πήρε το λεωφορείο για το κέντρο της πόλης όπου ήταν και το φτηνό ξενοδοχείο που έκλεισε από το ίντερνετ. Άφησε τα πράγματα του στο ξενοδοχείο και βγήκε στην πόλη. Βρισκόταν εκεί για κάποιο λόγο και έπρεπε να τον ανακαλύψει. Γιατί Βρυξέλλες και όχι οποιαδήποτε άλλη πόλη της Ευρώπης;
"Το καλό που του θέλω του εαυτού μου να έχει κάποιο καλό λόγο που με έφερε εδώ." σκέφτηκε και μπήκε στο πρώτο μπαρ που συνάντησε. Έκατσε στο μπαρ παρήγγειλε μια βελγική μπύρα και πριν προλάβει η γκαρσόνα να του την φέρει χτύπησε  το τηλέφωνο του. Κοίταξε την οθόνη και ήταν ένας Βελγικός αριθμός.
"Παρακαλώ" είπε δειλά στο τηλέφωνο"
"Ελα Ορέστη, Γιάννης Γεωργιάδης εδώ, Άφησε ότι και αν κάνεις και έλα στην Γκραντ πλας, δεν είναι δύσκολο να την βρεις είναι στο κέντρο της πόλης."
"Τι έγινε ρε Γιάννη; Γιατί να έρθω εκεί, τρέχει κάτι;"
"Φιλαράκι έλα που σου λέω και δεν θα το μετανιώσεις. Είμαι με δύο Τζαμαικανές που ψάχνουν δύο άντρες για όργιο. Έλα σου λέω!

(συνεχίζεται)

Η φωτογραφία ανήκει στο http://noizinlullabies.blogspot.com/