Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Γιατι Βλάκας δεν είναι μόνο ο Γκούφης.

Από μικρός με ενοχλούσαν οι άνθρωποι που ήταν πιο έξυπνοι από το μπόι τους, αυτοί που πραγματικά το μυαλό τους έπαιρνε γρήγορες στροφές αλλά μόνο για ασήμαντα πράγματα. Αυτών που ο σκληρός τους δίσκος ήταν πραγματικά μεγάλος αλλά για το μόνο που τον χρησιμοποιούσαν  ήταν για να θυμούνται ένα σωρό μαλακίες που κάποιοι άλλοι τους είπαν ότι είναι σημαντικές. Μαλακίες που δεν είναι τίποτα περισσότερο από αριθμούς, βίδες και τεχνικές. Ανούσια, μικρά και καθόλου ευχάριστα αλλά για μεγάλα μυαλά.





Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Ορεστειάδα 8

"Ντύσου και φύγαμε" φώναξε ο Ορέστης άγρια κρατώντας τον λαιμό της μπουκάλας που θρυμμάτισε στο κεφάλι του Όλιβερ. Η Σούζι και η Τζιόρτζια τρομαγμένες από την επίθεση του Ορέστη έμεινα ακίνητες η καθεμιά στην γωνιά του καναπέ τους.

Έτσι τα δύο ελληνόπουλα άρπαξαν τα ρούχα τους και έφυγαν από το ρετιρέ. Κατέβηκαν τρέχοντας, τις σκάλες της πολυκατοικίας και βγήκαν έξω στο δρόμο τρομαγμένοι και αυτοί με ότι είχε συμβεί πριν λίγο.

Ο Γιάννης που από από ότι φαίνεται έκρυβε μέσα του ένα λανθάνοντα αθλητή έτρεχε να για να απομακρυνθεί όσο γρήγορα μπορούσε ενώ ο Ορέστης τον ακολουθούσε σε απόσταση αναπνοής ακριβώς πίσω του. Κανείς δεν μιλούσε, άλλωστε δεν υπήρχε λόγος να μιλήσουν, ένοιωθαν και οι δύο ότι έπρεπε να τρέξουν να σωθούν. Πέρασαν από κάποια στενά και μετά από ένα δίλεπτο τρελό τρέξιμο μέσα στα δρομάκια του κέντρου των Βρυξελλών βρέθηκαν μπροστά από ένα σταθμό της αστυνομίας. Μόλις είδε τον σταθμό ο Ορέστης φώναξε στον Γιάννη: "περίμενε λίγο που πας;
"Στους μπάτσους", είπε αυτός σε υπερένταση και με ένα ύφος όλο απορία για την ερώτηση.
"Για περίμενε ρε μαλάκα και τι θα τους πεις;"
"Αυτό που μόλις συνέβη!"
 'Οτι δηλαδή συμφώνησες με ένα μαύρο που φαινόταν νταβατζής και με δύο γυναίκες που φαίνονταν πουτάνες, να κάνεις παρτούζα , και αφού ήπιες όλη την μαύρη θάλασσα σε αλκοόλ και σνίφαρες και κόκα μετάνιωσες γιατί κατάλαβες ότι ο Όλιβερ ο μάνατζερ εννοούσε ότι θα συμμετείχε και αυτός στην παρτούζα και ότι θα σε γαμούσε κιόλας αν μπορούσε.

Ο Γιάννης έμεινε για λίγο σιωπηλός αλλά γεμάτος ταραχή. "Δεν το πιστεύω" μονολογούσε και χτυπούσε σπασμωδικά και πολύ γρήγορα την πάνω και κάτω σιαγόνα του, κρατώντας ταυτόχρονα το κεφάλι του. "Πως την πάτησα έτσι; Δεν το πιστεύω!".
"Έλα ηρέμησε" είπε ο Ορέστης και τον πήρε από τον ώμο.
"Μην μ'αγγίζεις" φώναξε στον Ορέστη. "Μην μ'αγγίζεις γιατί για όλα φταις εσύ και οι ηλίθιες ιδέες σου."

Ο Ορέστης αμέσως τραβήχτηκε πίσω και είπε: "Τουλάχιστον έλα να φύγουμε από τους μπάτσους."
Ο Γιάννης χωρίς να πει τίποτε, γύρισε την πλάτη στον Ορέστη και ξεκίνησε να απομακρύνεται από τον σταθμό. Ο Ορέστης τον ακολούθησε. Περπάτησαν για λίγο μαζί χωρίς να πουν τίποτα. Ο Γιάννης βάδιζε με ένα γοργό βηματισμό γεμάτος ένταση προφανώς εξαιτίας της σκόνης που είχε σνιφάρει πριν από λίγο. Και ο Ορέστης τον ακολουθούσε βαριεστημένα αφού ένοιωθε όπως ένα δεκάχρονο που προσπαθούσε να παρηγορήσει μάταια τον φιλαράκο του που έχασε τις καραμέλες του.

"Τι λες να πάμε για καμιά μπύρα σε κανένα μπαρ κάπου εδώ στο κέντρο;" πρότεινε ο Ορέστης προσπαθώντας να λυτρωθεί από το μεταμεσονύχτιο βάδην με γρήγορο ρυθμό που επέβαλε ο Γιαννάκης.
"Δεν μας κάρφωσε ο μαύρος αλλά φοβάμαι μην μας καρφώσουν τα τσιράκια του", είπε πάλι ο Ορέστης ακολουθώντας τον εξουθενωτικό ρυθμό του συνοδοιπόρου του.
"Και δεν μου λες", συνέχισε ο Ορέστης χωρίς να παίρνει καμιά απάντηση από τον Γιάννη: "Που σκατά βρήκες αυτόν τον μαύρο τον Όλιβερ που θα μας καρφοκώλιαζε και τους δύο στο παλιορετιρέ του".
Ο Γιάννης τότε για πρώτη φορά απάντησε με μια παράξενη ηρεμία.
"Δεν μου κάνεις την χάρη να με αφήσεις λίγο ήσυχο; να μου αδειάσεις την γωνία ρε αδερφέ; Πως το λέτε στο χωριό σου; Να πας στο διάολο."
Ο Ορέστης τότε απάντησε με ένα ξερό "'οπως θες" και έριξε ταχύτητα στον βηματισμό του έτσι ώστε να μπορεί να απολαύσει ένα νυχτερινό περίπατο στις Βρυξέλλες και να σκεφτεί. Ήταν από τους ανθρώπους που μπορούσε να σκεφτεί καλύτερα περπατώντας. Λες και με το να κινάει τα πόδια του οξυγονωνόταν ο εγκέφαλος του.

Κινώντας τα πόδια του κινούσε τα γρανάζια του σώματος του και μαζί κινούσε και τα γρανάζια του εγκεφάλου του. Κινώντας λοιπόν τα εσωτερικά γρανάζια του σώματος και της σκέψης του, προσπάθησε να ανακαλέσει στην μνήμη του τα κωμικοτραγικά περιστατικά που συνέβαιναν αυτές τις μέρες και από ότι φαινόταν κλιμακώνονταν με γοργούς ρυθμούς σαν ένα σενάριο κανενός βαρεμένου συγγραφέα που δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει από το να κάθεται και να σκαρφίζεται τραγελαφικά γεγονότα που παρασύρουν τον ήρωα του σε ένα τρελό αναποδογύρισμα ολόκληρου του κόσμου του.

Κάπου είχε διαβάσει ότι εμείς οι ίδιοι γράφουμε το δικό μας μυθιστόρημα με τις επιλογές που κάνουμε στην ζωή μας. Αλλά κατα πως φαινόταν τις τελευταίες μέρες κάποιος άλλος πήρε την πένα της δικής του ζωής και έγραφε ένα τρελό κεφάλαιο στην μέχρι τώρα ορθή και πειθαρχημένη ζωή του. Από που να ξεκινήσω σκεφτόταν.. Το κεράσι που έχεσα, το εισιτήριο για Βρυξέλλες, τις δύο μέρες που πνίγηκα στο αλκοόλ και δεν τις θυμάμαι, ή τον Γιάννάκη με τις μαύρες του και τον μαύρο του....

Με αυτές τις σκέψεις βρέθηκε σε ένα από τα λιθόστρωτα δρομάκια των Βρυξελλών, με κτίρια κατα μήκος του δρόμου στολισμένα με ανάγλυφα μοτίβα και σωστά δομημένα το ένα δίπλα στο 'αλλο όπως μια οδοντοστοιχία ενός εφήβου που φοράει σιδεράκια και βρίσκεται στο τέλος της θεραπείας του, με ίσια δόντια αλλά με τα ανεπιθύμητα μεταλλικά ακόμα πάνω στα δόντια του..
Στο τέλος αυτού του δρόμου είδε να κάθεται σε ένα παγκάκι η μεσογειακή μυστήρια γυναίκα που είδε στο μπαρ, η οποία τον χαιρέτησε, τον έβρισε και έφυγε.
Μόλις την είδε, την πλησίασε γρήγορα και ρώτησε:
"Ποια είσαι;"


(συνεχίζεται)